Αελλώ



Το κορμί της έλαμψε μέσα στο σκοτάδι, καθώς αναδυόταν μέσα από τη μαύρη θάλασσα, την ώρα που τα πηχτά σύννεφα του νότου υποχωρούσαν στη λάμψη της ολόγιομης Σελήνης που έβγαινε για να προϋπαντήσει της απεσταλμένη των θεών του Ολύμπου… 

Οι σταγόνες της αλμυρής θάλασσας κυλούσαν στο αγαλμάτινο κορμί της. Κορμοστασιά αντάξια της Αθηνάς, θηλυκό στολισμένο πλούσια με τα ελέη από την εκτυφλωτική ομορφιά της Αφροδίτης και προικισμένο με την άυλη γοητεία της θεϊκής αριστοκρατικότητας της Ήρας. 

Τα πράσινα γατίσια μάτια της έλαμψαν για μια μικρή στιγμή στο σκοτάδι, εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα από τη στιγμή που αναδύθηκε από τα ησυχασμένα νερά, μέχρι να φωτίσει η Σελήνη τις τρεις αγέρωχες πέτρες που ξεπρόβαλαν μέσα από τη θάλασσα και φύλαγαν, θαρρεί κανείς ακοίμητοι φρουροί, την πόρτα της ασημένιας αμμουδιάς… 

Τα μαύρα στιλπνά μαλλιά της στεφάνωναν σγουρά το μακρύ της πρόσωπο και χύνονταν στον υπέροχο γυναικείο λαιμό, με τις άκρες τους να καταλήγουν αγκαλιάζοντας ένα σφριγηλό στήθος από εκείνα που κανένας, ούτε θεός ούτε θνητός, στη θέα του δεν θα μπορούσε να μην το έχει ποθήσει… 

Ήταν η Αελλώ και την είχαν στείλει οι θεοί σ’ αυτό το ξεχασμένο σημείο του νότου για να πάρει την ψυχή του Γιώργη.

Ο Γιώργης ήταν ένας απατεώνας. Άεργος εξ επαγγέλματος κι αιώνιος φοιτητής οικονομικών, ορφανό από μάνα μοναχοπαίδι και μοναχογιός άξιου πατέρα, τζόγαρε ο ανάξιος στα νιάτα του την πατρική περιουσία στο χρηματιστήριο. Ένα φεγγάρι, είχε και την άδεια λειτουργίας μιας εταιρίας αγοραπωλησίας μετοχών, μέχρι που κάποιος τον κατήγγειλε για μια μικροαπάτη από αυτές στις οποίες συνήθιζε ν’ ανακατεύεται κι εν τέλει του αφαίρεσαν την άδεια. 

Ωραίες εποχές, περασμένες ανεπιστρεπτί, τότε που δέναμε τα σκυλιά με τα λουκάνικα και κερδίζαμε όλοι από το χρηματιστήριο. Δόξες και τσουβάλια με δραχμές! Χαροκόπια τρελά! Έτσι που κέρδιζαν όλοι, έτσι ακριβώς τα χάσανε οι περισσότεροι και μαζί με αυτούς και ο κουφιοκέφαλος ο Γιώργης. 

Ακόμα χειρότερα που ήταν τόσο αφελής, ώστε να έχει κάνει με δανεικά λεφτά μαζικές ανοιχτές αγορές στα τελευταία υψηλά, λίγο πριν την καταπόντιση του γενικού χρηματιστηριακού δείκτη. 

Ο πατέρας του πέθανε από συγκοπή όταν ο δικαστικός επιμελητής χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του, αυτού του ίδιου σπιτιού, με εντολή κατάσχεσης –ο θρασύδειλος ο Γιώργης τον κρατούσε μέχρι την τελευταία στιγμή στα μαύρα σκοτάδια το γέρο του, αναφορικά με τα καταστροφικά οικονομικά αποτελέσματα της διαχείρισής του στην πατρική περιουσία.

Τέλος πάντων, τον ξελάσπωσε μια αδερφή του πατέρα του, πλούσια χήρα εξ Αμερικής που του έστειλε τα χρειαζούμενα ντάλαρς για να μπαλώσει τη χασούρα και να γλυτώσει το υποθηκευμένο πατρογονικό σπίτι, στην άκρη εκείνης της παραλίας του Νότου. 

Αυτή η πλούσια θεία είχε θάψει τον ακόμα πλουσιότερο σύζυγό της εκείνη την εποχή και ευσυγκίνητη όπως ήταν από τον πρόσφατο χαμό του συντρόφου της ζωής της, μαθαίνοντας για τον θάνατο του αδελφού της, άτεκνη η ίδια, θυμήθηκε τον ανιψιό που δεν είχε γνωρίσει ποτέ στη ζωή της κι αμέσως τον υιοθέτησε, τρόπος του λέγειν, μαζί με τα χρέη του, μαζί και με το κούφιο το κεφάλι του. 

Οι γνωριμίες της θείας ήταν υψηλά ιστάμενες και ο Γιώργης βρέθηκε με πλαστό πτυχίο, αφού το δικό του δεν είχε καταφέρει ποτέ να το πάρει ούτε μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έμπαινε σε τέτοιους κάματους, φυτευτός προϊστάμενος κάποιου τμήματος μιας χρηματιστηριακής εταιρείας υπό τον έλεγχο κάποιας τράπεζας του Δημοσίου. 

Ακόμα κι αν η θεία γρήγορα κατάλαβε τι κουμάσι ήταν ο ανιψιός της ώστε να του γυρίσει την πλάτη, ο μόνιμος διορισμός δεν πήγε χαμένος. Από την αργομισθία αυτή, πέρασε δυναμικά στον κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό κι έτσι τον ξεφορτώθηκαν και οι υφιστάμενοι και οι προϊστάμενοί του, αφού κανείς δεν τον ήθελε από πάνω ή από κάτω του στην ιεραρχία κι έτσι δεν ξαναπάτησε ποτέ πια στο γραφείο. Οι συνάδελφοί του, κάθε χρόνο τον ψήφιζαν να τους εκπροσωπεί στο συνδικαλιστικό όργανο της τράπεζας, μόνο και μόνο για να μην τον έχουν στα πόδια τους, έτσι άχρηστος κι ανάξιος που ήταν.

Ο ίδιος ο Γιώργης, στραβόξυλο μπορεί να ήταν και ξερόλας και απολύτως αντιπαθής σε όσους γνώριζαν έστω και λίγο το μέγεθος της ανοησίας και της αχρηστίας του, αλλά είχε μια εξωτερική γοητεία και μια ψεύτικη φινέτσα κληρονομημένη από τη μητέρα του, μακρινή απόγονο οικογένειας με σπουδαίο όνομα, μια γοητεία που κέρδιζε εκείνους που αγνοούσαν τι άθλιο κουμάσι ήταν, ο τζαναμπέτης.

Δεκαπέντε χρόνια στο συνδικαλιστικό στερέωμα διέπρεψε ανάμεσα στους άλλους συνδικα-ληστές, αυτούς που όχι μόνο καταρράκωσαν την ιδέα του συνδικαλισμού, αλλά που μέχρι και την ορθογραφία της λέξης άλλαξαν με την επονείδιστη συμπεριφορά τους και τις άθλιες πρακτικές τους.

Τώρα όμως ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι κι οι ελεγκτές της Τράπεζας της Ελλάδας που είχαν ξεκινήσει από καιρό έναν ράθυμο έλεγχο στα οικονομικά της συνδικαλιστικής οργάνωσης για τα οποία ήταν ο ίδιος ο Γιώργης υπεύθυνος, αργά ή γρήγορα θα έβρισκαν το τεράστιο ταμειακό έλλειμμα, αφού ο Γιώργης και η παρέα του διοικούσαν την περιουσία των ασφαλισμένων συναδέλφων τους με πολύ επιζήμιο τρόπο, για να κερδίζουν οι ίδιοι μια πλουσιοπάροχη ζωή που διαφορετικά δεν μπορούσε να συνάδει με τα εισοδήματά τους.

Κοντολογίς, μόνο η θεία του Γιώργη, με τη μεγάλη περιουσία της, θα μπορούσε να ξελασπώσει την παρέα που τόσα χρόνια αλώνιζε με πολιτική κάλυψη για να τρωγοπίνει εις υγείαν των κορόιδων.

Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η θεία δεν ήθελε πια να τον δει ούτε ζωγραφιστό, τον Γιώργη, κι ας ήταν ο μοναδικός συγγενής που είχε απομείνει στη μοναχή γραία.

Αυτές οι αναπάντεχες εκλογές μέσα στο καλοκαίρι πάγωσαν τα πάντα και η παγωνιά αυτή δεν άφησε ανεπηρέαστο και το κλιμάκιο της κεντρικής τράπεζας, το επιφορτισμένο να ελέγξει τις ντροπές του Γιώργη και της κουστωδίας του, αφού, άλλωστε, οι άνωθεν εντολές, σαφώς συνιστούσαν κωλυσιεργία στους υπαλλήλους του ελεγκτικού μηχανισμού. 

Μαζί, οι εκλογές αυτές ήταν κι ένα ανέλπιστο δώρο για τη συμμορία, αφού βρέθηκε ο χρόνος για ν’ αρχίσει να ξεδιπλώνεται το σχέδιο που είχε ξεκινήσει να ωριμάζει στο μυαλό του Γιώργη από τον περασμένο Γενάρη, από τότε δηλαδή  που άλλαξαν τα πολιτικά πράγματα και γεννήθηκε προς στιγμήν ο φόβος των αθλίων, στο ενδεχόμενο να έκλεινε η πόρτα της φάκας με το τυρί, με τα διάφορα τρωκτικά κλεισμένα μέσα της. Φρούδες ελπίδες, για καλή τύχη του Γιώργη και των ομοίων του…

Η ασυλία θα συνεχιζόταν, όπως έδειχναν τα πράγματα, ανεξάρτητα εκλογικού αποτελέσματος, αλλά ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι κανείς σίγουρος για τίποτα, ειδικά τώρα που κατά τα φαινόμενα αναλάμβαναν κι επισήμως τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, οι Γερμανοί επικυρίαρχοι!

Μέσα στον Αύγουστο, βρήκε στο τηλέφωνο τον φίλο του τον Ιούλιο, από το Όρεγκον. 

Θα του έπαιρνε τρεις-τέσσερις μέρες να κατεβεί οδικώς τα πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα από το Πόρτλαντ  μέχρι εκείνο το προάστιο της Βοστωνης όπου ζούσε η θεία μαζί με τον σλάβο μπάτλερ της, που οι κακιές γλώσσες τον ήθελαν να είναι παλιός κι αγαπημένος εραστής και σύντροφός της θείας.

Αρχές Σεπτεμβρίου, ο Ιούλιος είχε στείλει στον Γιώργη κωδικοποιημένο ηλεκτρονικό μήνυμα, υπονοώντας ότι η αποστολή είχε εκτελεστεί άψογα κι ότι η θεία είχε ξεκινήσει το μακρινό της ταξίδι, έξι πόδια ήδη κάτω από τα θυμαράκια του νεκροταφείου της ορθόδοξη κοινότητας της Βοστώνης.

Πράγματι, μετά από μια εβδομάδα, χτύπησε το κινητό τηλέφωνο του Γιώργη, μοναδικού κληρονόμου μιας περιουσίας αρκετών εκατομμυρίων σε ανώνυμα ομόλογα του αμερικανικού δημοσίου και πιστοποιητικά χρυσού, μαζί με ένα αξιόλογο χαρτοφυλάκιο ακινήτων, που απέδιδε ένα αξιοπρεπέστατο εισόδημα. Αυτή ήταν η θεία… 

Ο Έλληνας αντιπρόσωπος του αμερικανικού δικηγορικού γραφείου που ανέλαβε την εκτέλεση της διαθήκης, μαζί με τα χαρτιά της αποδοχής της κληρονομιάς που του έστειλε για να υπογράψει, συμπεριέλαβε κι ένα απόκομμα από την «Ελληνική Φωνή της Βοστώνης», μ’ ένα εκτενέστατο ρεπορτάζ που περιέγραφε με δραματικό τρόπο ένα λουτρό αίματος στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα του πρώτου ορόφου που κρατούσε η θεία για τον εαυτό της στη δυόροφη βικτωριανού ρυθμού κατοικία. 

Η θεία είχε βρεθεί με τρεις σφαίρες στο κορμί, δυο στο στήθος και την τρίτη στο δόξα πατρί. Ο κροατικής καταγωγής μπάτλερ είχε βρεθεί νεκρός κι αυτός στο δωμάτιό του στο ισόγειο, ξαπλωμένος στο ανάστατο κρεβάτι του μ’ ένα τσαλακωμένο μαξιλάρι δίπλα στο πρησμένο από την ασφυξία πρόσωπό του, έτσι όπως ο δολοφόνος ή οι δολοφόνοι του, το είχαν παρατήσει μετά που το χρησιμοποίησαν για να τελειώσουν μαζί του. Από τη σχετική ασπρόμαυρη ένθετη φωτογραφία της κατάστασης του δωματίου, που συνόδευε το δημοσίευμα, καταλάβαινε κανείς ότι ο Κροάτης δεν είχε παραδώσει χωρίς αντίσταση την ψυχή του. 

Έλειπαν χρήματα και τιμαλφή, κατέληγε το άρθρο και το κίνητρο ήταν προφανώς η ληστεία. Η τοπικά αστυνομία ερευνούσε την υπόθεση.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, οι ‘Αρπυιες, οι αρπάχτρες των ψυχών, ήτανε κόρες του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας και απεικονίζονταν ως φτερωτά όντα με ανθρώπινο πρόσωπο και χέρια αλλά με πόδια και γαμψά νύχια πουλιών. Όμως η ομορφιά της μικρότερης από τις αδελφές, της Αελλώς, που σου έκοβε την ανάσα, ήταν αδιάψευστη μαρτυρία ότι οι μύθοι δεν είναι πάντα ακριβείς σε όλες τους τις λεπτομέρειες.

Δεν είχαν περάσει ούτε είκοσι μέρες από τη διπλή δολοφονία  της Βοστώνης –για την ακρίβεια θα άλλαζε σε λίγο ημερολογιακά, η δέκατη έβδομη ημέρα- κι ο Γιώργης ήταν ξαπλωμένος στον έναν από τους δυο βαρείς δρύινους σοφάδες που στόλιζαν τη μεγάλη ισόγεια βεράντα του παραθαλάσσιου πατρικού σπιτιού, ρεμβάζοντας μόνος κάτω από το φεγγαρόφωτο, καπνίζοντας το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο και πίνοντας γουλιά-γουλιά ένα ακριβό κονιάκ από το μπουκάλι, ένα μπουκάλι στολισμένο με μια μαύρη ετικέτα πλημμυρισμένη με αρμένικα χρυσά γράμματα και διάστικτη από αμέτρητα στρογγυλά και πολύγωνα μετάλλια βραβεύσεων.

Δεν είχε νοιώσει την παραμικρή τύψη για τη γριά. Μπορεί να ζούσε καμιά δεκαριά χρόνια ακόμα, έτσι υγιέστατη και καλοστεκούμενη που ήταν, αλλά κακά τα ψέματα, τα είχε φάει τα παντεσπάνια της σε τούτον τον κόσμο. Καλά είχε ζήσει. Τώρα ήταν η σειρά του Γιώργη να ζήσει κι αυτός τη ζωή του. 

Το πρώτο πράγμα που είχε κάνει, ήταν να πάρει ένα δάνειο με εγγύηση την κληρονομιά που είχε αποδεχτεί, για να γυρίσει πίσω τα κλεμμένα και να έχει το κεφάλι του ήσυχο από τους Γερμανούς ελεγκτές, όσο απίθανη κι αν ήταν η περίπτωση να εμφανιστούν κάποτε αυτοί οι εντεταλμένοι τιμωροί οπουδήποτε αλλού εκτός από τον ταραγμένο ύπνο του, των τελευταίων μηνών…

Το δεύτερο που είχε κάνει ήταν να ετοιμάσει τα χαρτιά της παραίτησής του από την τράπεζα, πράγμα που έτσι κι αλλιώς το σκεφτόταν από καιρό, αφού ήταν αποφασισμένος να ασχοληθεί κάποτε με την πολιτική. Μήπως ήταν καλύτεροι οι υπόλοιποι που θήτευαν στη ελληνική Βουλή, από τον Γιώργη? 

Τώρα ήταν η ώρα: με δεδομένη την κοινωνική αστάθεια και μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα οικονομικής αβεβαιότητας, παντρεμένης με την κοινωνική κρίση, οι μεθεπόμενες εκλογές δεν επρόκειτο να είναι πολύ μακριά κι υπήρχαν τουλάχιστον δύο κόμματα εξουσίας που δεν θα έλεγαν όχι στην πρότερη συνδικαλιστική του δράση, στο μελιστάλαχτο χαμόγελό του, στις γνωριμίες του και, κυρίως, στο φουσκωμένο πορτοφόλι του που σ’ ετούτες τις εποχές των ισχνών αγελάδων τον καθιστούσαν πολύφερνο υποψήφιο. Όλα πρίμα, σκέφτηκε, σβήνοντας το τσιγάρο του στο ξεχειλισμένο σταχτοδοχείο και ρουφώντας άλλη μια γερή γουλιά από το μισοάδειο μπουκάλι με το αρμένικο  νέκταρ… 

Η Αελλώ προχώρησε θεόγυμνη πάνω στην άμμο που κρατούσε ακόμα κάμποση από τη ζεστασιά του ήλιου που, καταμεσής του Σεπτέμβρη, ολάκαιρη τη μέρα που είχε φύγει, σφυρηλατούσε το άδενδρο τοπίο. Με αποφασιστικά βήματα προχώρησε προς το σπίτι του Γιώργη, με μια χάρη κληρονομημένη από την Ωκεανίδα μάνα της, την Ηλέκτρα. 

Φτάνοντας από την παραλία μέχρι την άκρη της βεράντας, καθώς άναβε τσιγάρο, πρόσεξε την παρουσία της κι ο Γιώργης. Στην αρχή αγγελοσκιάχτηκε, αλλά όταν είδε την ψιλόλιγνη γυναικεία φιγούρα, έτσι όπως τη γέννησε η μάνα της, να καβαλάει τον χαμηλό ξύλινο φράχτη και να πλησιάζει προς το μέρος του χαμογελώντας με περιπάθεια, ανακάθισε στον ξύλινο σοφά που έτριξε κάτω από το μετακινούμενο βάρος του, ψάχνοντας να βρει μερικές λέξεις για την αναπάντεχη παρουσία∙ λέξεις που δεν ήθελαν να κυλίσουν από το μυαλό του στη γλώσσα του, που έδειχνε να την έχει καταπιεί, λιγότερο από την έκπληξη της απρόσκλητης παρουσίας και περισσότερο από την έκπαγλη ομορφιά που λικνιζόμενη υπέροχα, ερχόταν κατά πάνω του αποφασισμένη να τον ρουφήξει…

Ένοιωσε τη μεθυστική φυσική μυρωδιά του νοτισμένου από τη νυχτερινή υγρασία κορμιού της, την ώρα που έφτασε από πάνω του κι ακουμπώντας τον μαλακά με το δεξί της χέρι στο στήθος, τον έσπρωξε μαλακά προς τα πίσω, αφήνοντάς τον ξαπλωμένο πάνω στο σκληρό βαμβακερό στρώμα που κάλυπτε τον σοφά. Σήκωσε με χάρη το αριστερό της πόδι, αποκαλύπτοντας στιγμιαία και με ηδυπάθεια τα αισθησιακά της απόκρυφα και την επόμενη στιγμή βρέθηκε καθισμένη και αμίλητη, καβάλα πάνω στο μισόγυμνο κορμί του Γιώργη. Χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση όταν κάτω από τους μυώδεις μηρούς της, αισθάνθηκε τον ανδρισμό του να σκληραίνει. 

Λυγίζοντας το υπέροχο κορμί της, έσκυψε  και πήρε το κονιάκ από το πάτωμα, πίνοντας κι αυτή από το μπουκάλι μια μικρή γουλιά∙ κι ύστερα και μια δεύτερη που την κράτησε μέσα στο στόμα της. 

Σκύβοντας, κόλλησε τα σαρκώδη κατακόκκινα χείλια της στο μισάνοιχτο στόμα του Γιώργη κι άφησε να κυλήσει μέσα του το ακριβό οινόπνευμα.

Με τα μάτια κλειστά, παραδομένος στην ονειρική απόλαυση, ο Γιώργης ακούμπησε με το χέρι του τον γοφό του θηλυκού δαίμονα που τον είχε καβαλικέψει κι ένοιωσε το απαλό χνούδι που κάλυπτε τη μεταξένια επιδερμίδα της να ανατριχιάζει πριν η καυτή της σάρκα εξαϋλωθεί ανάμεσα στα ακροδάχτυλά του. 

Τη μια στιγμή η Αελλώ μετουσιώθηκε σ’ έναν αχνογάλανο καπνό που σχηματίστηκε σε μια μικρή στήλη και εισέβαλλε μέσα από το μισάνοιχτο στόμα του Γιώργη την ώρα που απολάμβανε εκστασιασμένος το μακρύ φιλί της, μαζί με τις τελευταίες σαλιωμένες σταγόνες του αρμένικου κονιάκ. 

Την άλλη στιγμή, ο Γιώργης ήταν νεκρός.

Η Αελλώ κατέλαβε από μέσα του, όλα τα μόρια του ζεστού, άψυχου ανδρικού κορμιού. Την επόμενη στιγμή η σωρός σηκώθηκε ανάλαφρα από τον σοφά και πήρε δρόμο, περπατώντας μέχρι την άκρη του ξύλινου φράχτη που τον καβαλίκεψε με αποφασιστικότητα, παίρνοντας την κατεύθυνση προς τη θάλασσα, περπατώντας με τα γοργά βήματα της άφαντης Αελλώς μέσα στη νύχτα που είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, έτσι που τα σύννεφα ξαφνικά πύκνωσαν πάλι για να καλύψουν γοργά τη Σελήνη που δεν ήθελε να βλέπει τη σκηνή της πρώτης ταφής.

Το πτώμα του Γιώργη βρέθηκε μετά από λίγες μέρες στην απέναντι άκρη της παραλίας, καταταλαιπωρημένο από τα χτυπήματα στα βράχια και μισοφάγωμένο από τα ψάρια και τα καβούρια, που είχαν φάει τα μάτια του Γιώργη. 

Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε ότι ο θάνατός του είχε προέλθει από πνιγμό, ύστερα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. 

Πενθούσε την αγαπημένη θεία του και το είχε ρίξει στο πιοτό, αποφάνθηκε ο κόσμος στο Επανωχώρι, όπου έγινε η δεύτερη ταφή του Γιώργη…

Εν τω μεταξύ, κάπου αλλού, μακριά από εκείνες τις, θαρρείς λησμονημένες, θάλασσες του νότου, η Αελλώ, όπως και οι αδερφάδες της, αλωνίζει τα πέρατα του κόσμου, συνεχίζοντας το συστηματικό κυνήγι των ψυχών, εκείνων των θνητών που επιμένουν να κάνουν το λάθος ν’ αψηφούν τους θεϊκούς νόμους… 

Η φωτοσύνθεση είναι από την OKTANA
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s