Ευσεβείς Πόθοι!


Η κοινωνία, σου λέει ο άλλος, χρειάζεται ένα νέο ΄81! Χρειάζεται μια αναθάρρηση, μια επανεκκίνηση, βρε αδελφέ!
Καλά τα λέει, δεν μπορείς να διαφωνήσεις, έτσι που θυμάσαι με γλύκα μέσα στο θολωμένο σου μυαλό το ’81, να σου ξανάρχονται στον νου, ένα-ένα, χρόνια δοξασμένα… Να πολεμάς τις μέρες στα κάστρα και το σπαθί σου να πιάνει φωτιά και να κρατάς τις νύχτες με τ’ άστρα, μια ρωσιδούλα αγκαλιά…

Αχ, και να’ τανε το ’81, βογγάς και ξαναβογγάς, κρατώντας την κεφαλή σου τότε που έμπαιναν οι αστερίσκοι στα πρωτόκολλα κι έρεαν, ποταμός, τα φράγκα των κουτόφραγκων που σε χρύσωναν για να φτιάχνεις δρόμους και γιοφύρια και για να τσιμεντώνεις τις παραλίες και τα λαγκάδια σου. 

Και περνούσαν τα χρόνια κι έτρωγαν οι ταγοί. Έτρωγαν, έτρωγαν κι έφαγαν μέχρι σκασμού, αλλά εσένα δε σ’ ένοιαζε και πολύ, όχι μόνο γιατί τους θαύμαζες και τους ψήφιζες και τους ξαναψήφιζες για την καπατσοσύνη τους, αλλά κι επειδή περίσσευε και για σένα κανένα κοκαλάκι, κάπου-κάπου: μια επιδότηση για τα ροδάκινά σου ή μια εγγύηση για το λάδι σου, κυριότερα όμως επειδή, βρε αδελφέ, λεφτά των κουτόφραγκων ήταν. Του γείτονα τα λεφτά τρώγανε οι καρπολόγοι της εξουσίας, εσένα τι σ’ ένοιαζε?

Κι έκανες κι εσύ, στο πνεύμα των ημερών, τις επιδοτήσεις και τα ψίχουλα που έπεφταν στο μερδικό σου, γαλλικό αφρώδη οίνο, που τον απολάμβανες μέσα από το ιταλικό γοβάκι της ρωσιδούλας σου κι ήταν όλα μέλι-γάλα. Αφερίμ…

Κι ύστερα, ξύπνησες μια μέρα ανάποδα, με φριχτό πονοκέφαλο, και τι σου είπαν, οι αναίσχυντοι οι κουτόφραγκοι, οι ποταποί οι τοκογλύφοι, αυτοί οι παραδόπιστοι, που οι πρόγονοί τους ζούσαν σε σπηλιές, όταν οι δικοί σου έχτιζαν παρθενώνες, σμιλεύοντας περίτεχνα το πεντελικό μάρμαρο? Σου είπαν ότι το πάρτι τελείωσε, οι θεομπαίχτες. Δικαίως αγανάχτησες!

Αλλά από την άλλη μεριά, μέσα στην παραζάλη της αγανάκτησης που ζεις, δυο-τρία χρόνια τώρα, έχεις και τις εκλάμψεις σου! Σε τέτοιες στιγμές, σκύβεις το κεφάλι ντροπιασμένος, αναγνωρίζοντας ότι έκανες κι εσύ τα λάθη σου, είχες κι εσύ τις παρεκτροπές σου και αντιλαμβάνεσαι ότι τώρα που έσβησαν τα φώτα της εμποροπανήγυρης -σου κούνησε επιτιμητικά και το χονδρό του δάχτυλο ο πάγκαλος εγγονός των αρχόντων σου- πρέπει να ανασκουμπωθείς γιατί «όλοι μαζί τα φάγαμε», άλλο ζήτημα που ήταν τερατωδώς άνισες οι μερίδες και ήρθε σε ίσα μέρη ο λογαριασμός, αυτό δεν είναι η ώρα να το κουβεντιάσουμε, τώρα.  

Να ανασκουμπωθείς, λοιπόν, να βάλεις το κεφάλι κάτω και να ξαναχτίσεις όλα αυτά που μέσα στις παραισθήσεις τριάντα-και βάλε- χρόνων, και με την “δωρεάν” πιστωτική κάρτα στο χέρι, άφησες να ρημάξουν.

Αλλά σε καταλαβαίνω, κάνοντάς το και δικό μου: πώς να ανασκουμπωθείς, έτσι που η κατάθλιψή σου γίνεται κάθε μέρα όλο και βαρύτερη? 

Πώς να το αντέξεις αυτό το άχθος, βλέποντας τους μνηστήρες της εξουσίας να τριγυρνάνε από το ένα στο άλλο στούντιο της Τηλεδημοκρατίας μας, με τη δεξιοσύνη ή την αριστεροσύνη τους υπό μάλης και να αερολογούν σοβαροφανώς? 

Που να βρεις το κουράγιο να ανασηκωθείς, όταν το μόνο που θέλεις, βλέποντάς τους, ακούγοντάς τους, το μόνο που νιώθεις την ανάγκη να κάνεις, είναι  να τραβάς τα μαλλιά σου με μανία, τόση μανία που στο τέλος να σου μένουν χοντρές ξεριζωμένες τούφες ανάμεσα στα δάχτυλά σου!?!

Ευσεβείς οι πόθοι σου, κατανοητή και η οργή σου…

Χαιρετίσματα, λοιπόν, στην εξουσία. Εγώ κρατάω την ουσία κι ονειρεύομαι…
Η σύνθεση είναι από την ΟΚΤΑΝΑ
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s