Γαλάτεια και Πολύφημος

Σήμερα, φαίνεται ότι είχε συμμαχήσει με τον συγνεφοσυνάχτη πατέρα των Θεών, ο Αίολος, και όλοι οι αργόσχολοι στο καφενείο, στοιχημάτιζαν ότι θα τον νικούσε, ετούτη τη φορά, τον Ήλιο, ο θεός των Ανέμων. 

Πράγματι, η θάλασσα είχε μια χειμωνιάτικη γκριζάδα, παρά το γεγονός ότι τα ηλιοτρόπια, τα δόλια, που πλημμύριζαν το ξερικό τοπίο, υποκλίνονταν στην οργή του ανέμου, με τα πέταλα και τα σέπαλα τους, όμως, πεισματικά, με αστείρευτη πίστη, στραμμένα προς το άρμα του Απόλλωνα. 

Όλα πρόδιδαν ότι βρισκόμασταν στα τέλη Ιουλίου. Όπως και να είχε, ο νοτιοδυτικός γιος του Θεού των Ανέμων, ο Σκίρωνας, του έδινε και καταλάβαινε, που λέμε, έχοντας ετούτη τη φορά –κατά τα φαινόμενα- βγάλει τον πατέρα του τον Αίολο, ασπροπρόσωπο.

Κρυμμένοι πίσω από σφαλιστά παράθυρα για να προφυλαχτούν από τις ριπές του ανέμου, οι άνθρωποι, ακόμα και οι καλύτεροι του είδους, μένουν άπραγοι και γίνονται οκνηροί. Η οκνηρία κάνει τους ανθρώπους κακούς, σχεδόν τόσο κακούς όσο κι οι θεοί που λατρεύουν… 
O Σκίρωνας  είχε βάλει στο μάτι την Γαλάτεια. Τώρα που με την εντολή του γεννήτορά του, κυριαρχούσε πάλι στην πλάση και μαστίγωνε τον ξερότοπο μέχρι της τελευταίας ικμάδας που έβγαινε από τα φουσκωμένα του μάγουλα, τώρα ήταν η ευκαιρία! Φυσούσε με μεγαλύτερη μανία τώρα που την έβλεπε -και δώσε και φυσούσε, έτσι που οι καλυμμένες με την λευκή γενειάδα φουσκωμένες παρειές του, του έδιναν μια απόκοσμη γοητεία στα μάτια των θνητών που είχαν τη θεία χάρη να τον βλέπουν.
Η Γαλάτεια, ξύπνησε από τον πονοκέφαλο που της προκαλούσε ο δυνατός άνεμος. Ο Σκίρωνας, γλιστρώντας μέσα από τις χαραμάδες του ροζιασμένου παραθυρόφυλλου, είχε μπει -όχι για πρώτη φορά- στο υπνοδωμάτιο και στο μυαλό της Γαλάτειας, κάνοντας τις φλέβες της να φουσκώνουν και να πιέζουν τον εγκέφαλο στα εσωτερικά τοιχώματα του καλοσχηματισμένου της κρανίου με τα ατίθασα μαύρα μαλλιά. Χοντρές τρίχες, αλογίσιες, στιλπνές. Οι φροντισμένοι με αρωματικό δαφνέλαιο βόστρυχοι, στεφάνωναν τα ιδρωμένα, βαριά από την εγκυμοσύνη, κατάλευκα κατά που ομολογούσε και το όνομά της,  στήθη της, έτσι που ανασηκώνονταν αναστατωμένα από τα πειράγματα του Μορφέα.
«Πολύφημε», ψιθύρισε το όνομα του συζύγου της, μισοκοιμισμένη, νοιώθοντας τη βαρβάτη αναπνοή να καίει από τον πόθο πάνω στον  αυχένα της , την ώρα που το σκληρό ανδρικό μέλος, αναζητούσε προσεκτικά την είσοδο, γλιστρώντας ανάμεσα από τους υπέροχους γλουτούς που τους είχε κάνει ομορφότερους η προχωρημένη εγκυμοσύνη κι από εκεί, με ανδρική αυθάδεια, ανάμεσα από τα νοτισμένα χείλη, βαθιά μέσα στον κόλπο της…
Ένοιωσε να τη γεμίζει μια γλυκιά ευχαρίστηση από το άγνωστο μέλος που κυλούσε μέσα της  –όχι δεν ήταν ο Πολύφημος αυτός, σκέφτηκε με έναν στιγμιαίο τρόμο που αμέσως τον κατασίγασε η γλυκιά απόλαυση που άρχισε να πλημμυρίζει κάθε μόριο του κορμού της, μαζί και του μυαλού  της, που σταμάτησε ξαφνικά να πονά- και τότε συνειδητοποίησε ότι σε αυτό το μεσοδιάστημα μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, συνέχιζε να απολαμβάνει  κρυφά τις ονειρώξεις της που, ενσυνείδητα, επίμονα την κατάτρυχαν τους τελευταίους μήνες, από καιρό πριν καταλάβει την εγκυμοσύνη της. 
Ο Σκίρωνας, έτσι όπως ήταν από πίσω της κολλημένος,  την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά μέσα στα μυώδη μπράτσα του –τα δυο κορμιά γίνονταν ένα μέσα στο μισοσκόταδο του δωματίου, κι εκείνη το μόνο που ήθελε τώρα, ήταν να κλείσει ξανά τα μάτια και να αφεθεί για άλλη μια φορά, ενσυνείδητα ετούτη τη φορά, χωρίς περιττή σεμνοτυφία, σαν να ήταν η τελευταία φορά που θα είχε την ευκαιρία να απολαύσει τον θυελλώδη έρωτα του Σκίρωνα.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι μισοζαλισμένη. Ο πονοκέφαλος είχε υποχωρήσει και είχε πέσει μια ανακουφιστική σιωπή, λες κι ο Σκίρωνας είχε εκσπερματώσει  την τελευταία του ικμάδα μέσα στο ερεθισμένο από τον έρωτα και την εγκυμοσύνη κορμί  της∙ η βουή και η αντάρα είχαν πάψει αίφνης, με το σούρουπο που έπεφτε γλυκά, να το ομορφαίνουν μόνο ο φλοίσβος των κυμάτων της ησυχασμένης θάλασσας και τα τελευταία τιτιβίσματα των πουλιών που κούρνιαζαν ευχαριστημένα και αυτά στις νυχτερινές φωλιές τους. 
Άνοιξε το βαρύ παντζούρι και άφησε να δροσιστεί το ερεθισμένο ακόμα κορμί της, από την ανεπαίσθητη αύρα που έστελνε από μακριά ο Ποσειδώνας, πηγαίνοντας να ξαποστάσει στο θαλασσινό παλάτι του, εκεί κάτω από τον  Όλυμπο, πέρα από τις εκβολές του Αλιάκμονα, ν’ αναπαυθεί στη στοργική αγκαλιά της Αμφιτρίτης από τον θεϊκό κάματο της ημέρας . 
Περπάτησε γυμνή προς την ανοιχτή πόρτα, στον σκοτεινό, τυφλό διάδρομο  που οδηγούσε από το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα. Καθ’ οδόν, σταμάτησε στην τουαλέτα και κάθισε στην πορσελάνινη λεκάνη ξαλαφρώνοντας  τα νεφρά της από την ενοχλητική πίεση των περιττών εκκριμάτων του βαριού της κορμιού.
Στο μυαλό της στριφογύριζαν ξανά τα τελευταία λόγια που της είχε ψιθυρίσει στο αυτί ο Σκίρωνας, τόσο εξωφρενική ήταν η βουλή των Θεών, συνηθισμένοι οι θνητοί από τα καπρίτσια τους -που ζαλισμένη από τον ύπνο και την ηδονή, εκείνη τη στιγμή που πρωτάκουσε την φριχτή ορμήνια, αδιαφόρησε ή ίσως αρνήθηκε να βάλει στο μυαλό της την θεία εντολή, θέλοντας να πιστεύει ότι είχε παρακούσει την απαίσια θεϊκή βούληση.
Όμως η φωνή του ονειρικού εραστή, επανερχόταν τώρα καθαρή και ξάστερη στο μυαλό της. Τώρα που σιγά-σιγά η συνείδησή της καθάριζε από τους καπνούς του ύπνου και το μεθύσι της υπνωτικής ηδονής που είχε ζήσει μέσα στην αγκαλιά του νεότερου γιου του Αιόλου, η φρίκη της θεϊκής εντολής την πλημμύριζε ξανά.
Περπάτησε προς την κουζίνα με την μεγάλη τζαμαρία προς τη θάλασσα, κρατώντας και με τα δυο χέρια την βαριά κοιλιά της, έτσι θεόγυμνη, λουσμένη στο ημίφως που απόμενε να φέγγει από τις πύρινες αντανακλάσεις του Ήλιου που έσβηναν, καθώς τώρα θα ταξίδευε, η ώρα τον έβαζε, για άλλους μακρινούς τόπους, πίσω από τον ορίζοντα της θάλασσας. 
Το νέο πέτρινο φεγγάρι που φώτιζε, τα τελευταία χρόνια, τον ουρανό, δεν είχε ακόμα ανατείλει.

Ο Πολύφημος, καθισμένος στη συνηθισμένη του θέση στην κουζίνα στην αριστερή πλευρά του τραπεζιού, με την πλάτη γυρισμένη στο διάδρομο, αγνάντευε μέσα από το ανοιχτό τζαμωτό, την ήρεμη θάλασσα. 
Το δωμάτιο μύριζε από τα βαριά τσιγάρα που κάπνιζε το ένα πίσω το άλλο ο Πολύφημος. Το σταχτοδοχείο μπροστά του ξεχείλιζε από τα χάρτινα φίλτρα που χρησιμοποιούσε για να καπνίζει αρειμάνια, τα άφιλτρα τσιγάρα που τύλιγε μόνος του από ένα χαρμάνι του γούστου του που είχε βγάλει μονάχος του, από το πολυμήχανο μυαλό του. 

Δεν είχαν περάσει περισσότερα από λίγα λεπτά, από τότε που είχε κοπάσει ο οίστρος του Σκίρωνα και ο Πολύφημος μόλις που είχε προλάβει να ανοίξει τα παράθυρα για να καθαρίσει η πνιγηρή ατμόσφαιρα και η μεθυστική οσμή των τσιγάρων του που, με τον χρόνο, είχαν αρχίσει να ποτίζουν, καλύπτοντας ολόκληρο το σπίτι με τη χαρακτηριστική μυρωδιά του παράξενου χαρμανιού. 

«Πάλι καπνίζεις υπερβολικά, Πολύφημε», τον μάλωσε με ύφος μισοκοιμισμένο και προσποιητά αυστηρό, η Γαλάτεια. Τα είπε αυτά τα λόγια μισοαστεία και μισοσοβαρά, μισοκοιμισμένα και ξινόγλυκα, έψαχνε μιαν  αφορμή που δεν έβρισκε, κι όμως παρά τη δισταχτικότητα της ψυχής της, κάθε ίνα του κορμιού της βρισκόταν σε μια θανατηφόρο εγρήγορση και την γέμιζε με την  αποφασιστικότητα που θα όπλιζε το χέρι της, υποταγμένη στη θεϊκή εντολή που είχε φέρει ο προσηνής εραστής, ο γενειοφόρος Άνεμος. 

Ο Πολύφημος γύρισε το κεφάλι του και την κοίταξε πάνω από τον ώμο του, μ’ ένα βλέμμα που πλημμύριζε από αγάπη για τη Γαλάτεια και το σπόρο τους, που κάθε μέρα που περνούσε, όλο και μεγάλωνε μέσα στη φουσκωμένη της κοιλιά.  

Σηκώθηκε αργά και πλησίασε προς το μέρος της. Την αγκάλιασε τρυφερά, φιλώντας το ιδρωμένο της πρόσωπο και ύστερα γονάτισε μπροστά στα πόδια της, κολλώντας το μισό του αξύριστο πρόσωπο στο τσιτωμένο δέρμα,  ακουμπώντας το αυτί για ν’ αφουγκραστεί τη δραστηριότητα του αγέννητου γιου τους. 

Η Γαλάτεια, ευγενικά αλλά αποφασιστικά, τον έσπρωξε μακριά με τα χέρια της. Σχεδόν χάνοντας την ισορροπία του, εκείνος σηκώθηκε και ξαναπήγε στη θέση του, γυρίζοντας μουτρωμένος και σιωπηλός την πλάτη του στη Γαλάτεια. Βάλθηκε να στρίβει ένα ακόμα από τα παράξενα τσιγάρα του, βουτώντας το λεπτοκαμωμένο του χέρι, βαθιά στη δερμάτινη καπνοσακούλα. Το τελευταίο τσιγάρο.

Η Γαλάτεια κινήθηκε νωχελικά προς τον πάγκο της κουζίνας και ανάμεσα από το σετ με τα έξι ατσάλινα γιαπωνέζικα μαχαίρια, διάλεξε το μεγαλύτερο και πιο καλοδιατηρημένο που το χρησιμοποιούσαν –έτσι κι αλλιώς σπάνια- μόνο για το κρέας. 

Το αλουστράριστο ξύλο τριανταφυλλιάς της λαβής του φονικού όπλου, απορρόφησε τις χοντρές στάλες ιδρώτα που πλημμύριζαν το χέρι της Γαλάτειας, καθώς έσφιγγε και προέτασσε με αποφασιστικότητα την ατσάλινη λεπίδα, πίσω από την πλάτη του Πολύφημου.

Η αντανάκλαση μιας τελευταίας αχτίδας του Ήλιου που χανόταν ηττημένος στη Δύση, αντανακλάστηκε κι αυτή στο ατσάλι και φώτισε τα πράσινα αποφασισμένα μάτια της Γαλάτειας, καθώς προχωρούσε προς το μέρος του μελλοθάνατου συζύγου της.

Η κίνηση ήταν επιδέξια. Τόσο αποφασιστική και καίρια που θα την ζήλευε ο ψυχρότερος των ασασίνων∙ κι ο πιο περιζήτητος επαγγελματίας σφάχτης, κι ο καλύτερος λειτουργός στην Ζαμπίχα, θα έπεφτε στα αμάρτημα του φθόνου, αν έβλεπε την αποτελεσματικότητα της αιματηρής κίνησης της συζυγοκτόνου.

Το χέρι της Γαλάτειας βάφτηκε σκούρο από το ζεστό αίμα του Πολύφημου που ανάβλυσε αχνιστό μέσα στο καλοκαιρινό σούρουπο, από το κομμένο μήλο του στέρφου Πολύφημου. 

Το τελευταίο του τσιγάρο πεσμένο στο πάτωμα, κάπνιζε μισοαρχινισμένο, αφήνοντας μια μικρή κλωστή άσπρου καπνού να αιωρείται και να χάνεται στο ημίφως, πριν το πνίξει κι αυτό η μαύρη πηχτή κηλίδα που σχηματίζανε γοργά στο μωσαϊκό πάτωμα τα άδικα χυμένα αίματα του αδικοχαμένου άνδρα.
Άφησε το λεκιασμένο μαχαίρι πάνω στο τραπέζι και σαν υπνωτισμένη, με την καρδιά της σαν άλογο που σιγά-σιγά αρχίζει να ξαποσταίνει από τον ξέφρενο καλπασμό της κούρσας, σε ένα πιο ήσυχο βάδισμα νικητή, η Γαλάτεια κατευθύνθηκε αργά προς την εξώπορτα της κουζίνας και έτσι γυμνή κατέβηκε τα σκαλιά της βεράντας, μέχρι που τα ποδάρια της  βούλιαξαν στην ψιλή, ζεστή ακόμα, άμμο.
Το πέτρινο φεγγάρι είχε ήδη ανατείλει και η μαύρη τρύπα του, έμοιαζε απόψε, με τη συγκατάθεση των Θεών, λιγότερο τρομακτική απ’ ό,τι άλλες, παρόμοιες καλοκαιρινές νύχτες.
Ήξερε ότι το νησί των Κυκλώπων θα έπεφτε σε βαθύ πένθος με την μυστικά καθαγιασμένη, άνομη πράξη και δεν αμφέβαλλε ότι η απουσία της θα έκανε την ενοχή της ηλίου φαεινότερη. Αλλά καμία από τις αρχαίες, πατρογονικές κυκλώπειες κατάρες δεν θα μπορούσε να πέσει στο κεφάλι της Γαλάτειας ούτε μπορούσε να βλάψει κανείς το θεϊκό σπέρμα που είχε συλληφθεί στη μήτρα της, με μοναδικό μάρτυρα τον Μορφέα. Ο γιός της  μεγάλωνε αμέριμνος και ασφαλής στο αμνιακό του κουκούλι, ως την τελείωση.       
Η Γαλάτεια κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα που ασήμιζε τις αντανακλάσεις του πέτρινου φεγγαριού.  
Η μαύρη τρύπα έχασκε τώρα σαν έξοδος διαφυγής από τον μάταιο αυτόν, ανθρώπινο κόσμο. Η Αμφιτρίτη είχε υποσχεθεί στην αδελφή της και τον γιο που θα γεννιόταν για να δοξάσει τις τροφούς του, την αμέριστη  στοργή της, μαζί με την απροσπέλαστη θεόπεμπτη προστασία, απρόσιτη με θεϊκή εντολή, από το κυνήγι που καταστρώνουν οι Ερινύες για τους κοινούς θνητούς που υποπίπτουν στη μιαρή πράξη της συζυγοκτονίας .
Από τότε, οι χωριάτες το έχουν σε κακό, όταν φυσάει μανιασμένα ο Σκίρωνας. Συνήθως, βέβαια, είναι για καλό, επειδή οι θεοί είναι σοφότεροι και καλύτεροι από τους ανθρώπους∙ αν δεν ήταν, ο άνθρωπος δεν θα τους είχε πλάσει κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του… 
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s