Mirage II

Καινοφανής ήταν η ομορφιά της, καινοφανής και η ασκήμια της. 

Ο Θεός της είχε χαρίσει ένα υπέροχο στήθος, την τρυφερή κοιλιά και τις αγορίστικες λαγόνες της Αφροδίτης του Μποτιτσέλι που τέλειωναν σε δύο πόδια που μόνο ο περίφημος Φειδίας θα μπορούσε να σμιλέψει για ν’ αντιγράψει την έκπαγλη ομορφιά τους.  Ένας αξιολάτρευτος λαιμός κύκνου, ξεκινούσε από τους στιβαρούς της ώμους και κατέληγε σ’ ένα αγγελικό πρόσωπο που έκανε την Κλεοπάτρα, Κλαίρη για τους φίλους,  να μοιάζει, μέσα στις κόκκινες μπούκλες που στεφάνωναν το όμορφο κεφάλι της,  φτυστή σε θηλυκότητα, μεγαλοπρέπεια και γοητεία, στην αρχαία, συνώνυμή της, βασίλισσα της Αιγύπτου.  

Με την ίδια μεγαλοπρέπεια που της είχε χαρίσει την ανείπωτη ομορφιά της -κι όμως την ίδια ώρα, μαζί  με την αστείρευτη ιουδαϊκή του κακία, ο Μέγας Πλάστης,  είχε γεμίσει τα απαλό δέρμα της Κλαίρης, με αυτά τα απαίσια κόκκινα σπυριά, που έσφυζαν παντού, κυρίως στους υπέροχους, άτριχους γλουτούς της, γεμάτα σμήγμα. Ένα απαίσιο έκκριμα  που με το παραμικρό άγγιγμα της επιδερμίδας της, το λιπαρό και ημίρευστό βρωμερό υλικό, διακορεύοντας το τεντωμένο δέρμα, πετιόταν και πασπάλιζε τα ακροδάχτυλα όποιου ή όποιας από άγνοια, απροσεξία ή από ατίθαση γενετήσια ορμή τολμούσε κάποιο απονενοημένο χάδι.

Οι καλοκαιρινές αχτίνες του Ήλιου, που δεν αστειεύεται καθόλου εδώ κάτω στον νότο, μαζί με το αλάτι της θάλασσας έκαιγαν τα σπυριά της  Κλαίρης και μέχρι το απόγευμα που ο Φαέθωνας έκλεινε τον κύκλο του, το καμένο από το θαλασσινό αλάτι και τον Ήλιο, σμήγμα είχε σκληρήνει αρκετά, καλύπτοντας το όμορφο κορμί αλλά και το πανέμορφο πρόσωπο με στρώματα ενός αηδιαστικού ξεραμένου κουκουλιού που με εξαίρεση τις πατούσες και τις παλάμες της, την κάλυπτε σχεδόν παντού, σαν ξεραμένο φιδίσιο δέρμα. Αρκούσε ένα δυνατό τρίψιμο στο βραδινό λουτρό, για να αφήσει το δέρμα της για μια στιγμή, τρυφερό και λείο, γεμάτο με μικρές ροζ βουλίτσες που αναλάμβανε να κρύψει διακριτικά, το σκοτάδι.  Ύστερα, γυμνή, βολευόταν ανακούρκουδα  στο περβάζι του παράθυρου, κρύβοντας λίγο από το πρόσωπό της πίσω από την μισοκατεβασμένη κουρτίνα, παρατηρώντας με ενδιαφέρον τους λιγοστούς περαστικούς και περιμένοντας να βραδιάσει για τα καλά, μέχρι να διαλέξει ερωτικό σύντροφο.

Μέχρι το πρωί το σμήγμα είχε εντελώς αναγεννηθεί , αφού όλη τη νύχτα ξεμύτιζε όλο θράσος, από τα ροζ στίγματα που μέσα στο σκοτάδι έδειχναν να λαμπυρίζουν, βάζοντας σε σκέψεις τον εραστή ή την ερωμένη της νύχτας –κι αλίμονο γι’ αυτές κι εκείνους που ανυποψίαστα αποκοτούσαν να κοιμηθούν μετά τον ερωτικό κάματο και να ξυπνήσουν το χάραμα, δίπλα στην πάντα βαριά κοιμωμένη τις πρώτες πρωινές ώρες, Κλαίρη. Κανείς δεν μπορούσε να πει τι ήταν χειρότερο, η αποφορά του ζουλιγμένου σμήγματος πάνω στο νοτισμένο μαξιλάρι ή το φριχτό θέαμα της νυχτερινής ερωμένης στο χλωμό πρωινό φως.    

Ήταν ένα τέτοιο πρωινό, από αυτά τα πρωινά που πάντα σιχαινόταν η Κλαίρη να ξυπνάει χωρίς την συντροφιά της ερωμένης ή του εραστή της προηγούμενης∙ γιατί, βέβαια,  πάντα ξυπνούσε τελευταία, κι αν ποτέ τύχαινε να ξυπνήσει πρώτη, τα πρωινά, καμωνόταν την κοιμισμένη, η Κλαίρη, ώσπου να μείνει τελευταία. Πάντα τελευταία. Και πάντα μόνη.  

Η θάλασσα ήταν αγριεμένη σήμερα και ο Ήλιος ο Ηλιάτορας, ο πετροπαιχνιδιάτορας κι ο Αίολος ο κύριος κι αφέντης των ανέμων είχαν στήσει, πάλι, τρικούβερτο καυγά για την πρωτιά!

Ένα συνηθισμένο πρωινό εκεί στον Νότο. 

Αλλά, ειδικά, εκείνο το πρωινό, η Κλαίρη άνοιξε τα μάτια και είδε την σύντροφο της  προηγούμενης βραδιάς, εκείνης με το αγορίστικο ντύσιμο και το παρόμοιο κούρεμα της, να την κοιτάζει με τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια και το σαγόνι ακουμπισμένο στην μαλακή κοιλότητα που σχηματιζόταν ανάμεσα στη λεκάνη και την  επίπεδη κοιλιά της, διάστικτη  πια κι αυτή από τα μικρά κόκκινα σπυριά με το άσπρο κεφάλι. Το κοιμισμένο  ακόμα βλέμμα της, είδε την σύντροφό της να την κοιτάζει γεμάτη προσμονή για το επόμενο βράδυ τους…  Με το ίδιο παθιασμένο βλέμμα που είχε ρίξει στην Κλαίρη και το προηγούμενο σούρουπο, μέσα από το τζάμι του παραθύρου, την κοίταζε και τώρα, ανάμεσα από τα ερεθισμένα στήθη της, διάστικτα κι αυτά από την πρωινή κατάρα του Θεού, παντού, μέχρι εκεί απ’ όπου ξεκινούσαν οι πρόποδες των σκληρών της θηλών. 

Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε το ίδιο ηδυπαθές βλέμμα, για δεύτερη φορά, από το ίδιο πρόσωπο και κάτι καινούριο σκίρτησε μέσα της…

Το πρόσωπο της άλλης σύρθηκε πάνω από την κοιλιά, ανάμεσα στο φαράγγι που σχημάτιζαν  τα όρη των μαστών της και θρυμμάτισε μια συστοιχία κόκκινων σπιριών μέχρι το πηγούνι, ώσπου να βρει τα ξεραμένα από τον ύπνο χείλη της Κλαίρης, να τα δροσίσει διστακτικά με την υγρή γλώσσα της, ανακαλύπτωντάς την από την αρχή.

Η απαίσια μυρωδιά του ελευθερωμένου σμήγματος, καλύφθηκε από ένα πνεύμα ηδονής που έστελνε με μανία ο Αίολος, που, τώρα που καταλάβαινε ότι έχανε το στοίχημα από τον Ήλιο τον Ηλιάτορα, τον πετροπαιχνιδιάτορα,  θρασομανούσε από την οργή του, πίσω από τις χαραμάδες των αμπαρωμένων, γαλάζιων πατζουριών.

Collage: by OKTANA, on a photograph by André Kertész (and Clairee, of course) 

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s