Διήγημα από το Αστυνομικό Δελτίο ΙV



Ελένη την ξέραμε όλοι οι φίλοι. Το όνομά της ήταν Λουντμίλα, αλλά οι πρώτοι Αμερικάνοι και οι Εγγλέζοι που έφταναν στη Μόσχα του Γιέλτσιν εκείνη την εποχή, συχνάζοντας τα Σαββατόβραδα στο κλαμπ «Μετέλιτσα», που πάει να πει «Χιονοθύελλα», δυσκολεύονταν να προφέρουν το όνομά της, μετά την τρίτη ή τέταρτη βότκα τους, με πάγο και μια φέτα λεμόνι, όπως την έπιναν οι Δυτικοί. Ήταν πανάκριβα τα λεμόνια στη Μόσχα εκείνης της εποχής και τα πλήρωνες και σε δολάρια. Οι Κύπριοι που είχαν το εμπόριο των εσπεριδοειδών, έκαναν χρυσές δουλειές. Τότε, δεν είχε γεννηθεί ακόμα το εξάμβλωμα του ευρώ, βασίλευε το πράσινο χαρτονόμισμα κι ήταν εκείνος ο ίδιος καιρός που το ρούβλι άξιζε όσο για να τυλίγεις μ’ αυτό την μασημένη σου τσίχλα.
 .
Ήταν η εποχή του «ντίκι καπιταλισμ», του άγριου καπιταλισμού, όπως συνήθιζαν να τον περιγράφουν μεταξύ τους οι Ρώσοι της αποδεκατισμένης ιντελιτζέντσιας. Ήταν η εποχή της άνευ όρων εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον άλλο άνθρωπο. Ήταν η εποχή του άκρατου νεοφιλελευθερισμού, ήταν το πείραμα του Φρίντμαν στην κορύφωσή του. Ήταν η εποχή που όλα είχαν μια τιμή σε δολάρια. Ήταν η εποχή που όλα πουλιόνταν κι όλα αγοράζονταν στη Μόσχα -και μέσα στη «Χιονοθύελλα», η Λουντμίλα, που για να επιβιώσει είχε γίνει για τους πελάτες της Ελένη, πουλούσε τα νιάτα και την ομορφιά της για 400 δολάρια τη βραδιά –και χρέωνε 500 αν δεν έβρισκε κάποιον του γούστου της. Δεν είχε παράπονο, δεν κοιμόταν ποτέ μόνη, εκτός κι αν το επιθυμούσε η ίδια. Το πεντακοσάρικο καθαρό κι αφορολόγητο από τους άσχημους και τους γέρους, λεσέ φερ, λεσέ πασέ… 
.
Δούλευαν πολύ εύκολα και τα όπλα εκείνη την εποχή. Η Λουντμίλα έτυχε κάποτε να κοιμηθεί στην αγκαλιά ενός μεθυσμένου Καναδού, για τριακόσια δολάρια. Τόσο πολύ της άρεσε, εκείνος ο τύπος! Μόνο που φαίνεται ότι είχε μπει στα λάθος χωράφια, ο καλός της. Ακριβώς μια εβδομάδα μετά την πρώτη τους επαφή, και καθώς είχε αρχίσει να πλέκεται ανάμεσά τους ένα μικρό ειδύλλιο, τον θέρισαν με τα καλάσνικοφ, μέρα μεσημέρι, κάποιοι μισθοφόροι έξω από το ξενοδοχείο του. Τότε ήταν που τρόμαξε πραγματικά η Λουντμίλα-Ελένη κι άρχισε να γεννιέται μέσα στο μυαλό της η ιδέα, ότι έπρεπε ν’ αλλάξει ρότα στη ζωή της. 
 .
Είκοσι χρόνια μετά, η Ελένη είχε την πράσινη κάρτα διαμονής της στην Ελλάδα. Το ρωσικό της διαβατήριο, της ήταν πλέον αχρείαστο. Είχε χαθεί με την παλιά παρέα της Μόσχας, έχοντας ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της. Ούτε ταξίδευε καθόλου στο εξωτερικό. “Που να πάω”, συνήθιζε να λέει. “Εδώ, δεν βλέπεις, έρχεται όλος ο κόσμος στην Ελλάδα κι εγώ θα σηκωθώ να φύγω;” Είχε μάθει τα ελληνικά τόσο καλά που μόνο η απίστευτη ανορθογραφία της, όταν δοκίμαζε να γράψει κάτι και το καθόλου σπάνιο μπέρδεμα στη χρήση του “φι” αντί του “θήτα” στην εκφορά του λόγου της, πρόδιδαν την καταγωγή της.
 .
Απτόητη, απαντούσε «Ελένη», όταν τη ρωτούσαν τι σημαίνει «Λουντμίλα» που έγραφε η πράσινη ταυτότητα στη θέση του ονόματος, δίπλα στη φωτογραφία με το όμορφο σλάβικο φεγγαρίσιο της πρόσωπο, με τα τεράστια γαλάζια μάτια που όταν θύμωναν γίνονταν γκρι και τα μακριά ξανθά μαλλιά, τα τραβηγμένα πίσω, σε έναν αυστηρό κότσο, αυστηρότερο κι από το βλέμμα της, έτσι  που την είχε αποθανατίσει ο αυτόματος φωτογράφος.
 .
Τώρα έβλεπε στην Ελλάδα τα ίδια σημάδια της διάλυσης, όπως τα είχε ζήσει πριν είκοσι χρόνια στη Μόσχα! “Εδώ, ακόμα έχουνε ξύγκι οι άνθρωποι”, έλεγε. “Δεν βρεθήκατε ξαφνικά, εσείς, ρακένδυτοι, όπως συνέβη μ’ εμάς τους Ρώσους, τότε που, με την Περεστρόικα και την Διαφάνεια, είδαμε μαζί με τα κομματιασμένα μας όνειρά, και τις οικονομίες μας να γίνονται χαρτιά που δεν άξιζαν ούτε για ταπετσαρία”, συνήθιζε να μου λέει. Αλλά παραδεχόταν ότι, όλο και συχνότερα, έβλεπε γύρω της, τις ίδιες εικόνες, σαν déjà-vu της μακρινής εποχής που προσπαθούσε να επιβιώσει στη Μόσχα. 
 .
Στα νεαρά κορίτσια που περπατούσαν στους δρόμους της Αθήνας, έβλεπε τον εαυτό της, άπραγη και πεινασμένη, τότε που με μια χάρτινη σοβιετική βαλίτσα στο χέρι, μόνη κι έρημη έξω από τoν Μπελαρούσκι Βακζάλ, τον ανατολικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μόσχας, προσπαθούσε να αποφασίσει αν θα έπαιρνε ταξί ή αν θα περπατούσε τα πολλά χιλιόμετρα μέχρι τη φοιτητική εστία. Τελικά είχε πάρει ταξί, που το είχε ακριβοπληρώσει με τα τελευταία από τα λιγοστά ρούβλια που είχε στην τσέπη της. 
 .
Εκεί, στη φοιτητική εστία, είχε γνωρίσει  την Αλίνα που την είχε σουλουπώσει όπως-όπως, στα γρήγορα της είχε δείξει τα κόλπα, και την είχε βάλει στη δουλειά. “Να είναι καλά η κοπέλα όπου βρίσκεται”, συνήθιζε να μου λέει η Ελένη για την Αλίνα, “γιατί αλλιώς θα είχα πεθάνει από την πείνα”. Έτσι έλεγε και γελούσε δυνατά, χωρίς να ντρέπεται καθόλου για το μακρινό της παρελθόν, τότε που πουλούσε το κορμί της για να ζήσει.  
 .
Περασμένα ήταν, αλλά ποτέ ξεχασμένα και τα ξανάβλεπε τώρα τα ίδια πράγματα στην ελληνική τους σμίκρυνση.
 .
Οι νύχτες της Μόσχας, της είχαν εξασφαλίσει ένα καλό κομπόδεμα που τη βοήθησε να κάνει ένα καινούριο ξεκίνημα. 
 .
Ήταν η εποχή που ο Γιέλτσιν είχε χάσει εντελώς τον έλεγχο και περνούσε τη μέρα του, μεθυσμένος από το πρωί. Η εποχή των προγραφών και του στρωσίματος του κόκκινου χαλιού για τον επόμενο, τον πραγματικό, όπως αποδείχτηκε από τα πράγματα, Τσάρο. Οι ξένοι θαμώνες στη «Χιονοθύελλα» είχαν γίνει πολύ λιγότεροι και γίνονταν κάθε μέρα και περισσότερο τσιγκούνηδες, καθώς οι προσοδοφόρες εμπορικές δουλειές, περνούσαν αργά, αλλά σταθερά, στα χέρια των Ρώσων.
 .
Αλλά η Ελένη είχε τον νου της και μόλις βρήκε την ευκαιρία να την κοπανίσει, την έκανε με μια μικρή βαλιτσούλα, ίσα-ίσα με μια αλλαξιά ρούχα και τα εσώρουχά της, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες αγαπημένων προσώπων, ένα κουτί με τα χρυσά δώρα από τους εραστές της –κάτι ψιλοπράγματα, δηλαδή, αλλά αρκετές δεσμίδες με εκατοδόλαρα που συμπλήρωναν ασφυχτικά τον υπόλοιπο χώρο της μικρής της χειραποσκευής… 
 .
Είχε χαρίσει τη αλεπού της, την υπέροχη γούνα της, στον Αρμένη –έτσι τον έλεγαν πίσω από την πλάτη του τα κορίτσια- και όλα της τα παλτά, τα ταγιέρ, όλα τα ρούχα και τα παπούτσια της δουλειάς, στις φιλενάδες της, σ’ ένα πάρτι μόνο για γυναίκες που, κατά που ήταν το συνήθειο, έγινε στο σπίτι της Ιρίνας, επειδή ήταν λίγο πιο ευρύχωρο από τα διαμερίσματα των άλλων κοριτσιών. 
.
Εκείνο το τελευταίο βράδυ, είχαν γελάσει κι είχαν κλάψει πολύ, όλες τους. Είχαν πιει μπόλικη βότκα και είχαν φιληθεί στα στόματα όλες μαζί οι φιλενάδες από τη «Χιονοθύελλα». Ο μόνος αρσενικός που είχε παρευρεθεί εκείνη τη βραδιά στης Ιρίνας, ήταν ο Αρμένης, αλλά αυτός δεν πιανόταν για άνδρας γιατί ήταν τραβεστί. Στις μαζώξεις τους, στης Ιρίνας, τα κορίτσια τον έπαιρναν πάντα για παρέα -κι αυτός, όχι επειδή αισθανόταν υποχρεωμένος, αλλά, επειδή έτσι του άρεσε να κάνει, χαριτωμένος μέσα στη δαντελωτή του βραδινή τουαλέτα, εκτελούσε χρέη οινοχόου στα ιδιωτικά αυτά πάρτι, χωρίς να πίνει ποτέ ο ίδιος, ούτε σταγόνα. Αυτός ήταν που, μετά, οδηγούσε τη γιαπωνέζικη σακαράκα του με το ανάποδο, δεξιό τιμόνι, κάνοντας διανομή όσες από τις φιλενάδες του είχαν αρκετές δυνάμεις για να σταθούν στα πόδια τους, αντί για να μείνουν ξερές και να κοιμηθούν στον στενό άβολο καναπέ ή στρωματσάδα, στο πάτωμα της Ιρίνας, με τα παχιά χαλιά. 
 .
Πάντως η Ταμάρα (ο Αρμένης) παρά τη στενοχώρια του, που θα έχανε τη φιλενάδα της είχε πάρει μεγάλη χαρά με την καινούρια της γούνα, μέσα στην οποία έπλεε αυτοκρατορικά, κι αφού μοίρασε στα σπίτια τους τα υπόλοιπα κορίτσια, συνόδευσε και την Ελένη, τελευταία, στο δικό της. 
 .
Όταν την αποχαιρετούσε, φιλώντας την Ελένη για τελευταία φορά στον λαιμό -όπως συνήθιζε να κάνει για να της δείχνει πόσο λείο ήταν το δέρμα της, έχοντας πάλι καταφέρει να βάλει σε έλεγχο τα πυκνά κι ατίθασα γένια της, ένα χοντρό δάκρυ κύλησε από το μάτι της Ταμάρας στον όμορφο λαιμό της Ελένης. Σφίχτηκαν ακόμα πιο δυνατά μέσα στην ιουλιανή παγωμένη νύχτα, που είχε αρχίσει να φωτίζει. Σε λίγες ώρες, η Ελένη θα άπλωνε το πανέμορφο κορμί των εικοσιτριών χρόνων της, κάπου στις μυθικές Κυκλάδες…
 .
Κάποτε θα σου την διηγηθώ κι αυτήν την ιστορία, αλλά τώρα ξεπερνάμε το όριο των λέξεων για τον διαγωνισμό διηγήματος. Ναι! Μέχρι χίλιες πεντακόσιες λέξεις σου λέει ο ελλανοδίκης -κι άμα σου αρέσει. Ποτέ μην ξεπεράσεις το όριο σου λέει και μάλιστα σου απαγορεύεται και δια ροπάλου να το ξεπεράσεις. Εγώ κοντεύω τις χίλιες λέξεις και δεν σου έχω πει ακόμα πόσο με συντάραξε η είδηση, έτσι που έψαχνα για εμπνεύσεις το αστυνομικό δελτίο, όταν διάβασα για την σαραντάρα που μαχαίρωσε έναν 34χρονο Μαροκινό για οικονομικούς λόγους. 
 .
Έχω σοβαρούς λόγους που ανησυχώ. Πρώτα απ’ όλα, θα κατάλαβες ότι για να ξέρω τόσα πολλά για την Ελένη, έχομε φιλία στενή μεταξύ μας. Δεύτερον, η Ελένη είναι τέτοιος άνθρωπος -και το ξέρω πολύ καλά και πίστεψέ με για να στο λέω- που όταν τα γαλάζια μάτια της πάρουν εκείνο το θυμωμένο γκρι, είναι ικανή ακόμα και να  σε χτυπήσει με ό,τι κρατάει στο χέρι της. Αλλά και με μαχαίρι; Και για τα λεφτά; Απίστευτο. Θεούλη μου, δεν μπορώ να το πιστέψω! Το χειρότερο είναι ότι από αυτά που μου είχε εκμυστηρευθεί παλιότερα, είχε κάτι πάρε-δώσε με τον Σαΐντ,  ένα Μαροκινό -ή μήπως ήταν Αλγερινός; Πάντα της άρεσαν οι μικρόσωμοι, να τους ρίχνει ένα κεφάλι. Πάντα μαυριδεροί και τριχωτοί οι εραστές της. Έτυχε, λέει, να γνωριστούν μέσα από κάτι εμπορικές συναλλαγές. 
.
Οι Ελένη έχει φούρνο και φτιάχνει εκτός των άλλων και αραβικές πίτες με μια μηχανή που είχε στήσει σε μια νοικιασμένη αποθήκη μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά από τον φούρνο της, σ’ έναν σκονισμένο παράδρομο πίσω από την Ιερά οδό, στο ύψος του Βοτανικού. Μου έλεγε γι΄ αυτόν τον τελευταίο εραστή της, ότι ήταν μικρότερος της πέντε-έξι χρόνια, πανέμορφος και ξετρελαμένος μαζί της. “Θα ήταν τρελός να μην είναι ξετρελαμένος μαζί σου, κούκλα μου”, της είχα πει εγώ -και το εννοούσα…  Αλλά εκείνος, δεν ήταν Αλγερινός; Ή μήπως ήταν Μαροκινός, δε μπορούσα να θυμηθώ. Ίδιοι μου φαίνονταν εμένα όλοι αυτοί, μαζί κι οι Αιγύπτιοι, και δεν κατάφερα ποτέ μου να τους ξεχωρίσω.
 .
Αυτό όμως που με κάνει να ανησυχώ και να με ζώνουν πραγματικά τα φίδια, είναι εκείνο που μου είχε πει την τελευταία φορά που μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Θα ήταν δεν θα ήταν μήνας, άντε το πολύ πεντ-έξι βδομάδες πριν. 
.
Την είχα πάρει εγώ τηλέφωνο, για να τη ρωτήσω κάτι για ένα ποίημα του Βλαδίμηρου Βισότσκιν που προσπαθούσα μάταια να μεταφράσω, καλή ώρα όπως προσπάθησε ο άλλος, από τα Ρώσικα στα Ελληνικά. 
.
Στην πραγματικότητα, μου έκανε εν τέλει -όπως άλλωστε αναμενόταν- η ίδια τη μετάφραση, εξηγώντας μου πράγματα που δεν θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ κι εγώ σημείωνα πυρετωδώς στο μυαλό μου όλες αυτές τις καταπληκτικές λεπτομέρειες που μου έδινε, ξαπλωμένος ήσυχος στον καναπέ του σπιτιού μου, τυλιγμένος μέσα στο άσπρο μου μπουρνούζι, ήσυχος που ηχογραφούσα τη συνομιλία μας, για ν’ αλλάξω αργότερα, κάπως, τις λέξεις που είχε χρησιμοποιήσει η Ελένη και με τις πλούσιες υποσημειώσεις από τις εξηγήσεις της, να προσποιηθώ στον κύκλο μου ότι ήταν δική μου η μετάφραση αν και στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να μεταφραστεί αυτός ο άνθρωπος, χάνεται όλη η ομορφιά της ποίησής του, σε γλώσσα άλλη από τα ρώσικα, ώστε το αποτέλεσμα, τις περισσότερες φορές, να είναι από πενιχρό μέχρι απογοητευτικό. 
 .
Τώρα άκουγα ξανά και ξανά το δεύτερο αυτό μέρος της καταγεγραμμένης συνομιλίας που δεν το είχα ξανακούσει προηγουμένως, αν και θυμόμουν εκείνην τη συνομιλία αρκετά καλά. 
.
Μετά που είχαμε τελειώσει τα θέματα με τον Βισότσκιν, άρχισε να μου λέει τα δικά της νέα. Την άκουγα, σιγοπίνοντας το τσάι μου, ενισχυμένο με μια γενναία δόση από φτηνό μπράντι. Έτσι όπως ήμουν λίγο αλλοπαρμένος με τα Ιδιότροπα ‘Άλογα” του ποιητή, είχα ξεχάσει να σταματήσω την ηχογράφηση της συνομιλίας μας.
 .
“Είναι το όνειρο κουμπάρε, κατάλαβες; Το ίδιο όνειρο κάθε νύχτα, μόλις κλείσω τα μάτια μου, κουμπάρε!”. Με έλεγε κουμπάρο, επειδή είχαμε γνωριστεί βαφτίζοντας μαζί το κοριτσάκι κάποιων κοινών φίλων κι έκτοτε είχαν ταιριάξει τα χνώτα μας.
 .
“Αυτό το ίδιο όνειρο έρχεται κάθε βράδυ και το φυμάμαι (θυμάμαι) πολύ καλά το πρωί γιατί είμαι σίγουρη ότι το έβλεπα όλο το βράδυ το ίδιο όνειρο να επαναλαμβάνεται. Είμαι εκεί στο ακρογιάλι κι η νύχτα είναι παράδοξα σκοτεινή, έτσι με το φεγγάρι στη χάση του. Νοιώφω (νοιώθω) το νερό να γλύφει τα ξυπόλυτα πόδια μου μέσα από τις μεταξωτές κάλτσες που καλύπτουν τα πόδια μου, συγκρατημένες από τις καλτσοδέτες, το κύμα μου βρέχει τους αστραγάλους, το νοιώφω, αλλά δεν μπορώ να ακούσω τον φλοίσβο του, καταλαβαίνεις;” Είχε τονίσει την λέξη «φλοίσβος», για να μου υπενθυμίσει, ίσως, ότι ήταν μια λέξη που της την είχα μάθει εγώ, ένα βράδυ καλοκαιρινό, πολύ παλιά. “Είμαι στο ακρογιάλι κι ένα φως που έρχεται από το πουθενά μου φωτίζει την δεξιά πλευρά του προσώπου μου και δεν με αφήνει να δω τίποτα! Το ένα μου μάτι τυφλωμένο από το φως και το άλλο τυφλωμένο από το σκοτάδι. Εγώ δεν βλέπω τίποτα. Το φαντάζεσαι; Δεν ακούω τίποτα και αυτό δεν τελειώνει! Δεν τελειώνει παρά μόνο όταν ξυπνήσω. Κασμάρ, εφιάλτης κακός! Κακό σημάδι…”
 .
Ακούω ξανά την στενοχωρημένη φωνή της από την ηχογράφηση. Κακό σημάδι, κακό σημάδι, ακούγεται να επαναλαμβάνει ανήσυχη, η φωνή της Ελένης από τα ηχεία του υπολογιστή μου.
 .
Δεν ήμουν ποτέ προληπτικός, αλλά η αλήθεια πρέπει να λέγεται: ήταν εκείνη που με είχε πείσει με την αποτελεσματικότητα των προβλέψεών της. Αν και δηλώνω φανατικός ορθολογιστής, στην περίπτωση της Ελένης είχα πειστεί  ότι, πράγματι, είχε κάτι πάνω της, μέσα της, δεν μπορώ να πω τι. Κάτι  σαν ένα τρίτο μάτι που προαισθανόταν τα καλά και τα κακά μελλούμενα. Το μόνο που δεν ήξερε να πει, ήταν αν αυτά τα μελλούμενα που “έβλεπε”, ήταν γραμμένα για την ίδια ή για κάποιο άλλο, κοντινό κι αγαπητό της πρόσωπο. Για την οικογένεια της δεν ξέρω. Όταν μια φορά την είχα ρωτήσει, μου είχε πει ότι δεν είχε οικογένεια, αλλά από την απάντηση κατάλαβα ότι δεν ήθελε να μιλήσει γι’ αυτό, κι εκεί είχε μείνει το θέμα.
 .
Αλλά τώρα, εγώ ανησυχώ. Το τηλέφωνο στο σπίτι της δεν απαντάει, πράγμα όχι ιδιαίτερα ασυνήθιστο και το κινητό της είναι –κατά τακτική συνήθεια κι αυτό, εκτός λειτουργίας. Φταίει και η κάλυψη της περιοχής. Εγώ όμως δεν μπορώ να μην ανησυχώ, παρόλο  που είμαι σχεδόν βέβαιος ότι ο Σαΐντ είναι Αλγερινός… Ή μήπως είναι Μαροκινός;

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s