Για την Μαρία, καλλιτεχνικό Έιντζελ

Ο Αντώνης, δεν τα έπαιρνε τα γράμματα. Ο πατέρας του τον πήρε από το αυτί και τον έριξε στα βαθιά νερά, να βγάλει το μεροκάματο. Χωρίς δεύτερη κουβέντα βρέθηκε  στην οικοδομή που έχτιζε ο γέρος. Εργολάβος εμπειροτέχνης ήταν ο πατέρας του Αντώνη. Αυτά γίνανε όταν ο Αντώνης έμεινε απορριπτέος στα Μαθηματικά, τα Ελληνικά και σε δύο δευτερεύοντα, στη Δευτέρα Λυκείου. Μαύρο καλοκαίρι πέρασε με το σκεπάρνι στο χέρι να καθαρίζει τις τάβλες του πατέρα του, όταν δεν πηγαινορχότανε να φέρει κρύο νερό από το καφενείο του Αγγελή, τέσσερα τετράγωνα παρακάτω,  μ’ εκείνο το λιγδιασμένο φλασκί από φελιζόλ, για να δροσίζεται το συνεργείο των μαστόρων μέσα στην ανελέητη κάψα.

Περισσότερο του είχε στοιχίσει η απώλεια της Φαίδρας. Έναν χρόνο μικρότερη, η Φαίδρα ήταν το ομορφότερο κορίτσι στο σχολείο. Ο Αντώνης ήταν το ψηλότερο αγόρι. Από τότε που είχε έρθει στο μικρό, επαρχιακό τους σχολείο, η Φαίδρα η Αθηναία, κόρη δημόσιου υπάλληλου με δυσμενή μετάθεση λόγω πολιτικών φρονημάτων, ο Αντώνης δεν είχε μάτια για άλλη. Μια-δυο φορές, είχε πιάσει και την Φαίδρα να τον κρυφοκοιτάζει. Το ειδύλλιο είχε αρχίσει να υφαίνεται. 

Απολάμβανε το κανόνι ο Αντώνης στα Μαθηματικά, τα Ελληνικά και τα δύο δευτερεύοντα και σκεφτόταν ότι από του χρόνου θα κάθονταν στην ίδια τάξη, στο διπλανό θρανίο με τη Φαίδρα. Φρούδες ελπίδες, ο αφέντης είχε άλλη γνώμη.

Πέρασαν τα χρόνια, δεν ξανάδε τη Φαίδρα, έφυγε αμέσως μόλις κλείσανε τα σχολεία. Είχε γίνει φασαρία, μέχρι κι ερώτηση στη Βουλή είχε κατατεθεί από την αξιωματική αντιπολίτευση κι η μετάθεση ανακλήθηκε μαζί με τη δυσμένεια στον πατέρα της Φαίδρας… Την έψαχνε σε όλη του τη ζωή. Όχι την ίδια, εκείνη είχε φύγει για πάντα σε ένα τραγικό δυστύχημα, τέλος πάντων, δε ζούσε πια, αλλά ο Αντώνης δεν έπαιρνε από λόγια, ήθελε κάποια που να της μοιάζει. 

Πέρασαν, λοιπόν, τα χρόνια, οι παλάμες στα χέρια του, χέρια μεγάλα σαν φτυάρια, ήταν σκληρές σαν γυαλόχαρτο κι όταν άπλωνε τη χερούκλα του, αν δεν ήθελες να πάθεις κάκωση στο δικό σου χέρι, έπρεπε να ξέρεις να αποφύγεις την ενθουσιώδη χειραψία του Αντώνη. 

Οι δουλειές πήγαιναν καλά, η οικοδομή πήγαινε σαν τον πύραυλο, ο Αντώνης είχε το δικό του συνεργείο από τα 23 του χρόνια. Δύστροπος όπως ήταν, φτυστός ο πατέρας του, τσακώθηκε μαζί του κι άνοιξε με επιτυχία τα δικά του φτερά.

Έβγαλε χρήμα με ουρά όλα αυτά τα χρόνια. Χρήμα που το έτρωγε με χαρά τις νύχτες, αναζητώντας κάποια πεταλούδα που να μοιάζει στη Φαίδρα. Αλλά δεν άφηνε  να του χαλάσει την καρδιά αυτή η ανεκπλήρωτη απουσία. Δοκίμαζε όλους τους καρπούς από τα δένδρα που συναντούσε στο δρόμο για την αναζήτησή της.

Τα σαββατόβραδα, έβγαινε με το τσούρμο του. Ο Χασάν από τη Συρία, ο πετράς, ο Αιγύπτιος ο Φαρίντ, ο πολυτεχνίτης, ο Σαϊντ ο Τυνήσιος, λίγο λουφαδόρος στα καλουπώματα, αλλά πρώτος μάστορας κι άμα του έβαζες τις φωνές ντρεπόταν κι έπαιρνε φόρα. Τότε τους έβαζε κάτω όλους στην ταχύτητα και την καπατσοσύνη. Και βέβαια τη συμμορία τη συμπλήρωνε, ο Μίμης, ο ξάδερφός του Αντώνη, ο σιδεράς. Αυτοί οι πέντε ήταν ο πυρήνας· αχώριστοι τα σαββατόβραδα. Η παρέα ήταν πάντα μεγαλύτερη, χαρούμενη και θορυβώδης, όπως συμπληρωνόταν με τους έκτακτους και τους προσωρινούς μαστόρους του συνεργείου. Όλα τα έξοδα της παρέας πάντα κερασμένα από τον Αντώνη.

Λεφτά υπήρχαν όσα ήθελες, καλές εποχές. Τα περιθώρια κέρδους ζουμερά. Η πίστωση απεριόριστη, σου τηλεφωνούσαν οι τράπεζες και σε παρακαλούσαν να περάσεις να υπογράψεις για καινούριο δάνειο. Υπήρχαν και τα τυχερά. Εκεί που χρειαζόταν ένας τόνος σίδερα, σε έβαζε ο άλλος να γράψεις δύο και το διάφορο συμφέρον. Το πλεόνασμα στο σίδερο πήγαινε στο αδήλωτο τσιμέντωμα καμιάς παραλίας στα μουλωχτά ή στην αυθαίρετη οικοδομή του κ. Νομάρχη –μαύρα, όμορφα λεφτά- κι έκλεινε έτσι και η αποθήκη της Φρόσως της λογίστριας, που κάθε τόσο μπερδευόταν με τα διπλά βιβλία. 

Ωραίες εποχές.

Τώρα η οικοδομή είχε παγώσει, το τελευταίο άνοιγμα του Αντώνη προ τριετίας ήταν μεγάλο, τρεις χιλιάδες τετραγωνικά, εξασφαλισμένη διαφαινόταν η εμπορική επιτυχία και να που το ρημάδι το πάγωσε κι αυτό η κρίση, έμεινε απούλητο, γιαπί μισοτελειωμένο, τα κεφάλαια του Αντώνη τσιμεντωμένα. Να τον έχουνε στα κόκκινα κατάστιχα οι τράπεζες που έναν χρόνο τώρα του κόψανε και τα γραπτά μηνύματα με τις ευχές για την ονομαστική του εορτή και τα γενέθλια. Τρέχουν οι τόκοι σαν παγωμένη θύελλα, οι φόροι πέφτουν βροχή, τρέχει και δε φτάνει ο Αντώνης, μέσα στην καταιγίδα, τώρα που, επιτέλους, βρήκε και τη Μαρία –καλλιτεχνικό Έιντζελ- που μοιάζει εντυπωσιακά στη Φαίδρα.

Αλλά η Μαρία πρέπει να ζήσει κι αυτή. Τη γνώρισε πριν ένα μήνα στη “Φαντασία” να κάνει κονσομασιόν και αγοραίο έρωτα, μετά τη δουλειά. Εκατό ευρώ η βραδιά. Ουρά η πελατεία, λεφτά υπάρχουν, μην ακούς. Δεν μπορεί να σταματήσει τη δουλειά, έχει μια μάνα άρρωστη κι έναν πατέρα με κουτσουρεμένη τη σύνταξη αναπηρίας. Η σύνταξη δε φτάνει ούτε για τα φάρμακα της γριάς. Απόψε ο Αντώνης δεν έχει τα εκατό ευρώ ούτε εχθές τα είχε. Την τελευταία εβδομάδα τα είχε βρει μόνο μια φορά. Τα υπόλοιπα έξι βράδια η  Μαρία –καλλιτεχνικό Έιντζελ- είχε κοιμηθεί με άλλους.

Ο Αντώνης δεν μπορούσε να το χωνέψει. Κάποτε άφηνε κατοστάρικα για πουρμπουάρ και τώρα η Μαρία –καλλιτεχνικό Έιντζελ- κοιμόταν με άλλους, επειδή αυτός δεν μπορούσε να αγοράσει τη νύχτα της…

H αγανάκτησή του, τον ξεχείλιζε. Ο Μίμης του τα είχε πει. Έλα στην οργάνωση μέχρι να περάσει η μπόρα. Δυο χιλιάρικα το μήνα, καθαρά κι αφορολόγητα, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει,  χώρια τα τυχερά, χώρια τα κεράσματα, χώρια το σημαντικότερο, που όμως δεν το πολυπίστευε ο Αντώνης, η υπόσχεση ότι η τράπεζες θα του έκαναν μια ρύθμιση ευνοϊκή, να μη χάσει το μισοτελειωμένο κτίριο που είχε καταπιεί όλο του το βιός, όσο τέλος πάντων δεν είχε ξοδευτεί στις κραιπάλες και τα κεράσματα. Πάνω από μισό εκατομμύριο, δικά του λεφτά, παγωμένα.

-Μα να κυνηγάμε μελαχρινούς στους δρόμους, ρε συ Μίμη? Σαν τα τελευταία κωλόπαιδα? Ανθρώπους ρε συ! Σαν τον Χασάν, ρε! Σαν τον Φαρίντ, σαν τον Σαϊντ! 

-Αυτοί φύγανε Αντώνη, πάνε από κει που’ ρθανε… Άλλους θα κυνηγάμε, και μη μου λες μαλακίες γιατί έχομε να κάνομε μεροκάματο πέντε μήνες. Είναι καλά τα λεφτά, Αντώνη.

-Πέντε μήνες χωρίς μεροκάματο. Κι η Μαρία –καλλιτεχνικό Έιντζελ- θα κοιμόταν με άλλον πάλι απόψε, αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί Μίμη. Απόψε θα βγω μαζί σας για κυνήγι, αλλά θέλω ένα κατοστάρικο μπροστά.

-Μπορώ να σου δώσω ένα πεντακοσάρικο, έναντι, Αντώνη. Δική μου η ευθύνη. Μόνο βάλε μου εδώ μια τσίφρα…

-Φέρε, που να υπογράψω?

-Και την ψήφο σου στις επόμενες εκλογές.

-Που υπογράφω?

-Εδώ…

-Έγινε…

Υπέγραψε και πήρε τα πέντε κολλαριστά κατοστάρικα. Κόντευε μεσημέρι. Τέτοια ώρα η Μαρία δε θα είχε ξυπνήσει ακόμα. Με τρεμάμενα χέρια πληκτρολόγησε ένα γραπτό μήνυμα και της έστειλε ειδοποίηση ότι η νύχτα της θα ήταν δικιά του, μπορούσε να την αγοράσει…
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s