Διήγημα από το Αστυνομικό Δελτίο ΙΙΙ

Μέσα στα χρόνια, ο Μπίλης, με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, κατάφερνε και διατηρούσε την παιδική του παρορμητικότητα.  Μιαν παρορμητικότητα κουκουλωμένη πλέον με τούς υπερτροφικούς μύες που ομόρφαιναν το καλογυμνασμένο κορμί του. 


Πριν 20 χρόνια, όταν ήταν δεκατριών χρονών, ο Μπίλης, στριφογυρίζοντας μόνος στο σπίτι, βρέθηκε στο μισοσκότεινο υπνοδωμάτιο των γονιών του. Άναψε βαριεστημένος το μεγάλο λαμπατέρ και το φως έλουσε τον κρυστάλλινο καθρέπτη που έντυνε την ντουλάπα της λευκής κρεβατοκάμαρας. Άνοιξε το δεξί φύλο της ντουλάπας. Στο ράφι στο ύψος των ματιών του ήταν, μικρός σωρός, τα φρεσκοσιδερωμένα εσώρουχα της μητἐρας του. 

Άπλώσε το χέρι κι έπιασε, δίπλα από το σωρό με τα εσώρουχα, το ραμμένο στο χέρι πάνινο σακουλάκι με τη λεβάντα. Το έφερε μηχανικά στη μύτη του. Ύστερα χάιδεψε με τις άκριες των δακτύλων του το μικροσκοπικό γαλάζιο εσώρουχο της μητέρας, πάνω-πάνω στο σωρό. Διστακτικά το πήρε και το κόλλησε στα ρουθούνια του. Η ίδια μυρωδιά λεβάντας. Γδύθηκε μηχανικά από τη μέση και κάτω και φόρεσε τη δαντελωτή κυλότα της μητέρας του. Ανασήκωσε τη μπλούζα του πάνω από το στήθος κι άρχισε να παίρνει πόζες μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη. Ένοιωσε με έκπληξη και μαζί με τρόμο τη μεθυστική τέρψη της πρώτης του ρεύσης. Σκέφτηκε ότι η θεία Δίκη τον τιμωρούσε. Αλλά, δεν μπορεί μια τιμωρία να είναι τόσο απολαυστική, σκέφτηκε ψυχραιμότερα, απωθώντας από το μυαλό τις εφιαλτικές εικόνες της κόλασης, ανακατεμένες με λεπτομέρειες από τον δεξιό πίνακα του του Κήπου των Επίγειων Απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος… 

Από εκείνη τη μέρα ποτέ δεν έπαψε να απολαμβάνει τη νέα του διασκέδαση, όποτε τύχαινε και βρισκόταν μόνος στο σπίτι. Ήταν στα δεκαεπτά του, είχαν κλείσει εδώ και μέρες τα σχολεία για τις καλοκαιρινές διακοπές, τότε που οι φίλοι του περίμεναν τα αποτελέσματα των πανελλαδικών εξετάσεων -αυτός δεν είχε ελπίδα επιτυχίας- όταν ο πατέρας, γυρνώντας απρόσμενα στο σπίτι, τον έπιασε στα πράσα να απολαμβάνει τα δαντελωτά σλιπάκια της μαμάς. Το ίδιο κιόλας εκείνο βράδυ μετά από έναν φρικτό καυγά με τους έξαλλους γονείς του, έφυγε εξοστρακισμένος από την πατρική εστία. 

Από τη μέρα που έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, δεν ξαναφόρεσε πια, παρά μόνο γυναικεία εσώρουχα· του έδιναν αυτό το ανεξήγητο αίσθημα της πληρότητας.

Το απόγευμα κατέβηκε σαν χαμένος, πεζός, στην πλατεία και χάθηκε ανάμεσα στο πολύχρωμο πλήθος.

Είχε ανδρωθεί ανάμεσα στους μικροαπατεώνες του πεζοδρομίου. Λίγο μικρεμπόριο χασίς από δω, κανένα κλεμμένο μοτοποδήλατο από κει, τσίλιες και κάποια θελήματα για τα κορίτσια στην πιάτσα, περνούσαν ανέμελα τα χρόνια, σαν αστραπή. Ποτέ του δεν έκανε σχέση με γυναίκα. Οι ερωτικές του απολαύσεις έφταναν στο απώτατο όριο μόνο  μπροστά στον καθρέφτη του μικρού δωματίου στο ξενοδοχείο “Αίγλη” που νοίκιαζε με το μήνα. Όπως εκείνη την πρώτη φορά στην γονική κρεβατοκάμαρα. Που και που, μετά από κοροϊδίες κι υπονοούμενα για την ποιότητα του ανδρισμού του, έσφιγγε τα δόντια και ακολουθούσε το τσούρμο στα σπίτια με τα κόκκινα φανάρια. Τα κορίτσια της νύχτας τον λάτρευαν όχι τόσο γιατί ήταν ανοιχτοχέρης -δεν ήταν-, αλλά γιατί ξεμπέρδευαν μαζί του πριν καλά-καλά προλάβει να τις ακουμπήσει.

Απόψε δεν είχε κέφι για τίποτα. Έπεσε πάνω στον Μητσάρα. Ο Μητσάρας ήταν γνωστός –φίλο δεν θα τον έλεγες- από το γυμναστήριο. Μαζί γύμναζαν τα κορμιά τους στη βρώμικη ημιυπόγεια αίθουσα της γειτονιάς, με τις ώρες. Καμιά φορά συναντιόντουσαν στα λιγδιασμένα λουτρά κι αντάλλασσαν μικρά χαμόγελα, πολεμικά λικνίσματα και περιπαθείς ματιές, σα τινάγματα φαλτσέτας.  Ο Μήτσος τώρα τελευταία είχε μεγαλοπιαστεί με τα παλικάρια με τα μαύρα μπλουζάκια. Καμιά φορά τον καλούσαν  και κατέβαινε με το τσούρμο στον Άγιο Παντελεήμονα, δέκα λεπτά με τα πόδια από την οδό […] που ξημεροβραδιάζονταν· έτσι, για να ξεδώσουν λιγάκι, δέρνοντας κανέναν Αφγανό με λιγδιασμένη γενειάδα ή κανέναν βρομιάρη, ξεκομμένο από το μπουλούκι των Πακιστανών. Απόψε θα πάμε βόλτα με τις μοτοσικλέτες κι είσαι μέσα, του δήλωσε χωρίς περιστροφές ο Μητσάρας. Μέσα, συγκατένευσε ο Μπίλης, με το βλέμμα αφηρημένα κολλημένο στο υγρό τριχωτό στήθος του Μητσάρα, που γυάλιζε κάτω από το φως φθορίου των αποδυτηρίων… 

Ο κοντόχοντρος Αρχηγός πάντα τους χαρτζιλίκωνε γενναία μετά τις μικρές τους επιδρομές. Τώρα με την κρατική επιδότηση, το χαρτζιλίκι είχε γίνει ακόμα γενναιότερο! Και δώρο οι μοτοσυκλέτες.

Έφθασε πρώτος, στο μπαρ του κοντόχοντρου Αρχηγού, πίσω από το Εθνικό, στην Αγίου Κωνσταντίνου. Ήταν νωρίς. Τα καινούρια κορίτσια που μόλις είχαν φτάσει από τη Μολδαβία, δεν είχαν πιάσει ακόμα δουλειά, άκουγε σιγανές ομιλίες από τα καμαρίνια. Ο Γιάννης, ο Αλβανός, μόνος στο μισοσκότεινο μαγαζί, σκούπιζε σιωπηλός το πάτωμα από τις βρομιές της προηγούμενης νύχτας, με μια σβησμένη γόπα κρεμασμένη στα λεπτά του χείλη. Ο Αρχηγός περίμενε όρθιος, πίσω από την ανοιχτή πόρτα που χώριζε το μπαρ με τους αδιάκριτους θαμώνες από τον ιδιαίτερο χώρο που χρησιμοποιούσαν για τις συναθροίσεις τους. Η γυμνή λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι φώτιζε παράξενα την κοντόχοντρη φιγούρα του. Χαιρέτησε από μακριά με ένα νεύμα σεβασμού και κάθισε σε ένα τραπέζι. Ο Αλβανός, έσυρε τα πόδια του αμίλητος μέχρι το μπαρ και γύρισε μ’ένα μπουκάλι παγωμένη μπύρα για τον Μπίλη. Οι υπόλοιποι άρχισαν να φτάνουν ο ένας πίσω από τον άλλο. Μπήκαν στο ιδιαίτερο. Ο Αρχηγός φώναξε με τη στριγκιά φωνή του, στο Γιάννη να κεράσει τα παιδιά κι άλλες μπύρες και, γαβγίζοντας, άρχισε να τους εξηγεί το σχέδιο, διανθίζοντας τα λόγια του με τις συνηθισμένες κορώνες για την επιβεβλημένη εθνική έγερση και την ιερότητα του αποψινού σκοπού.

Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Ο Μητσάρας φόρεσε το κράνος του και καβάλησε την τετρακυλινδρη Γιαμάχα. Ο Μπίλης πήδηξε από πίσω και γαντζώθηκε πάνω στο Μήτσο, την ώρα που εκείνος πατούσε τη μίζα. Του φάνηκε ότι η χαίτη του Μητσάρα που περίσσευε από την ουρά του κράνους, μύριζε λεβάντα. Σφίχτηκε πιο δυνατά απάνω του, έκλεισε τα μάτια και κόλλησε το πρόσωπό του στον σγουρό ατίθασο θύσανο του συντρόφου του. Είχε αρχίσει να μπερδεύει τον Μητσάρα με τον μυθικό Αχιλλέα και τον εαυτό του με τον ομόκλινο Πάτροκλο, καθώς έσφιγγε τη γροθιά του για να αισθανθεί καλύτερα τη σιδερογροθιά που του έγδερνε το δέρμα. Τα μηχανικά άλογα χλιμίντρησαν όλα μαζεμένα. Από πίσω ακούγονταν τα μαρσαρίσματα των υπόλοιπων παλικαριών. Το μισοφέγγαρο, ψηλά στον ουρανό, ξεμύτιζε στο βάθος, πίσω από τις τηλεοπτικές κεραίες, στο δώμα μιας σκούρας πολυκατοικίας. Η σκιά της έπεφτε στην άσφαλτο στο σχήμα του Δούρειου Ίππου. Οι κεραίες των τηλεοράσεων, σαν βέλη καρφωμένα στο ξόανο…

“Ο νεκρός Ιρακινός στο κέντρο της Αθήνας ήταν η πρώτη είδηση στο δελτίο των ειδήσεων. Οι αρχές αφήνουν να εννοηθεί πως πρόκειται για ρατσιστική επίθεση. Ο Ιρακινός βρέθηκε σοβαρά τραυματισμένος με πολλές μαχαιριές στο σώμα του, τα ξημερώματα στην οδό Αναξαγόρα 17. Το μεσημέρι υπέκυψε στα τραύματά του στο νοσοκομείο που μεταφέρθηκε. Η αστυνομία σε ανακοίνωσή της κάνει λόγω για 5 άτομα που επέβαιναν σε μοτοσικλέτες και που λίγη ώρα νωρίτερα είχαν κυνηγήσει έναν Ρουμάνο και έναν Μαροκινό. Δήλωση για την υπόθεση έκανε και ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη στην οποία αναφέρει πως οι δράστες θα εντοπιστούν όποιοι και αν είναι, οποιαδήποτε πρόφαση και αν βρίσκουν.” 

Ο κοντόχοντρος Αρχηγός, ο Μητσάρας, ο Μπίλης και τ’ άλλα παιδιά, άρχισαν να γελάνε με βροντερά γέλια, στο άκουσμα της δήλωσης του κ. υπουργού. Δικός μας είναι κι αυτός, μη γελιέστε, διαβεβαίωσε ο κοντόχοντρος Αρχηγός κι αμέσως φώναξε του Γιάννη να κεράσει κι άλλες μπύρες…  Το δελτίο ειδήσεων διακόπηκε. Η διαφήμιση που άρχισε να παίζει, υποσχόταν στους καταθέτες ασφάλεια και εγγυημένη αποδοτικότητα των καταθέσεων από το πρώτο ευρώ… 
Advertisements

3 thoughts on “Διήγημα από το Αστυνομικό Δελτίο ΙΙΙ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s