Διήγημα από το Αστυνομικό Δελτίο ΙΙ

Ο Μάνος δεν ήτανε βλάκας. Καθόλου βλάκας, μάλιστα! Όμως ο γέρος του ήτανε μπεκρής και χαρτοπαίχτης κι η μάνα του είχε από χρόνια βαρεθεί να περιμένει τον σύζυγό της να γυρνάει τα ξημερώματα μεθυσμένος και μπατίρης… Αυτό που θα έλεγε το δελτίο των κοινωνικών υπηρεσιών, μια διαλυμένη οικογένεια.
Κάποιο ξημέρωμα, δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαπέντε, βούτηξε το χέρι στην τσέπη του πατρικού παντελονιού που κειτότανε πατσαβουριασμένο στο πάτωμα του μπάνιου. Εκείνο το βράδυ ο γέρος είχε ρέντα κι έτσι το μακρύ το χέρι του Μάνου, ψάρεψε από την τσέπη μια χάρτινη μπάλα από ζαρωμένα πεντακοσάρια. Ο γέρος ροχάλιζε και ρευότανε στον ύπνο του ξινίλα… Ήταν η τελευταία φορά που θα τον έβλεπε.
Από την προηγούμενη, είχε παραγεμίσει το γαλάζιο εκδρομικό του σακίδιο με τα απαραίτητα και χωρίς δισταγμό, άνοιξε την εξώπορτα και δε γύρισε να κοιτάξει πίσω… Ίσα-ίσα προλάβαινε το πρωινό καράβι για τον Πειραιά.
Τα είχε όλα κανονισμένα κι ας ήξερε –είπαμε ότι δεν ήταν καθόλου βλάκας- ότι ήταν λανθασμένη η μοναδική του επιλογή εξόδου από το βρώμικο κλουβί που ζούσε. Το προηγούμενο καλοκαίρι είχε γνωρίσει τον Τάκη. Ο Τάκης είχε επισκεφθεί το νησί ακολουθώντας ένα ολλανδικό τηλεοπτικό συνεργείο που είχε έρθει να κάνει μια ταινία για τη σπηλιά του Αγίου Μάμα κι ο Τάκης φωτογράφιζε από το πρωί μέχρι τη δύση του ήλιου ό,τι έβρισκε μπροστά του. Περισσότερο από οποιονδήποτε ή οτιδήποτε άλλο, ο Τάκης φωτογράφιζε τον Μάνο που έβγαζε το καλοκαιρινό του χαρτζιλίκι, κάνοντας θελήματα για τους Ολλανδούς. Μετά τη δύση του ήλιου, ο Τάκης άφηνε στην άκρη τη φωτογραφική του μηχανή. Πήγαινε για ένα ελαφρύ γεύμα με τα υπόλοιπα μέλη του συνεργείου κι ύστερα αποσυρόταν στο δωμάτιό του, περιμένοντας με αδημονία την επίσκεψη του μικρού Αδώνιδος. Άδωνη τον είχε βαφτίσει τον Μάνο που ήταν ένα πανύψηλο αγόρι με κοριτσίστικη ακόμα ομορφιά. Ασύδοτος κι απελευθερωμένος από τη γονική προσοχή, ο Μάνος πέρασε πολλές ιδρωμένες νύχτες στο δωμάτιο  του Τάκη.
Δεν του άρεσε του Μάνου ο Τάκης. Δεν του άρεσε η μυρωδιά του, δεν του άρεσε το φαλακρό του κεφάλι, δεν του άρεσαν τα τριχωτά του χέρια που δεν έχανε την ευκαιρία να τα απλώνει απάνω στο όμορφο εφηβικό κορμί, δεν του άρεσε ούτε η στύση που του προκαλούσανε αυτά τα χάδια. Αλλά, είπαμε, ήταν η μοναδική επιλογή εξόδου από το βρώμικο κλουβί. Άνοιξε τα φτερά του να πετάξει στην ελευθερία. Ο Τάκης ήταν το αντίτιμο που έπρεπε να πληρώσει.
Αλλά το τίμημα θα ήταν πιο ακριβό από το αντίτιμο που είχε υπολογίσει ο Άδωνις, πρώην Μάνος, γιατί μετά τις χιλιάδες φωτογραφίες που του τράβηξε στο μικρό ημιυπόγειο διαμέρισμα της Κυψέλης στις πιο απίθανες πόζες, ο Τάκης, άρχισε να γίνεται όλο και περισσότερο απαιτητικός, εκνευριστικά απαιτητικός.
Η συνέχεια, μαζί και το τέλος γράφτηκαν σε μια εγκαταλειμμένη αποθήκη στο Λαύριο. Ο Τάκης είπε ότι είχε μια πρόσκληση και ότι θα πήγαιναν εκδρομή στο σπίτι μιας φίλης στο Πήλιο, να ξεσκάσουν από τη βρωμιά της Κυψέλης. Φόρτωσαν τα τσιμπράγαλά τους στο κόκκινο Μίνι-Κούπερ του Τάκη και έφυγαν ευδιάθετοι προς τα βόρεια, ένα δροσερό σούρουπο του Νοέμβρη.
Μπαίνοντας στο Λαύριο αργά τη φθινοπωρινή νύχτα, σταμάτησαν στην καντίνα ενός βενζινάδικου, στην είσοδο της πόλης, για ένα καφέ. Ο Άδωνις, πρώην Μάνος, ζήτησε μια μπύρα κι ο Τάκης μουρμούρισε για πολλοστή φορά ότι ήταν πολύ μικρός για να πίνει. Αν ήθελα μαμά θα είχα κάτσει σπίτι  μου, αυθαδίασε ο  Άδωνις, πρώην Μάνος, κι ο άλλος του αγόρασε τη μπύρα, χωρίς άλλα λόγια.
Ο Άδωνις, πρώην Μάνος, χάζευε μια εκτυφλωτική ξανθιά που στηριγμένη στην αντλία, λιγα μέτρα πιο κάτω, γέμιζε την ασημένια σπορ Μερσεντές της με καύσιμο. Η ξανθιά τον  κοιτούσε μέσα στα μάτια, τον μελετούσε. Έτσι ο Μάνος δεν πρόσεξε τον Τάκη να αδειάζει το σκονάκι στο παγωμένο ποτήρι της μπύρας. Η ξανθιά χαμογέλασε αμυδρά πριν μπει στο αυτοκίνητό της για να οδηγήσει αργά προς την έξοδο για την εθνική…
Τα βλέφαρά του άρχισαν να βαραίνουν. Μπορεί να έφταιγε η μπύρα, ίσως να είχε δίκιο ο Τάκης σκέφτηκε, δεν έπρεπε να την πιω, καθώς προσπαθούσε να βολέψει το κορμί του στη θέση του συνοδηγού του Μίνι-Κούπερ.
Τη στιγμή που ο Άδωνις, πρώην Μάνος, άρχισε να βρίσκει τις αισθήσεις του, νόμιζε ότι κοιμόταν ακόμα κι ότι ονειρευόταν. Στα δύο μέτρα ήταν όρθια η ξανθιά του βενζινάδικου, ντυμένη μόνο με ένα μαυρο δερμάτινο εφαρμοστό παντελόνι χωμένο σε λούτρινες ψηλοτάκουνες μπότες στο ίδιο χρώμα. Στο δυνατό αριστερό της χέρι, φορτωμένο με ασημένια βραχιόλια, κρατούσε ένα μακρύ μαστίγιο. Πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει την κατάσταση, τα βραχιόλια κουδούνισαν κι η ξανθιά εξαπέλυσε την ουρά του μαστιγίου της κατά πάνω του. Τα μαύρα μάτια της έλαμπαν μέσα στο μισοσκόταδο. Ο φριχτός πόνος που ένοιωσε καθώς το μαστίγιο τυλιγόταν σκίζοντας το δέρμα του λαιμού του, έκανε όλους του τους μύες του κορμιού του να σφιχτούν και συνειδητοποίησε ότι τα χέρια του ήταν δεμένα ψηλά από το κεφάλι του. Με δάκρυα στα μάτια από τον πόνο, κοίταξε ψηλά κι είδε το χοντρό συρματόσκοινο που τον κράταγε όρθιο, δεμένο στο ψαλίδι της ψηλοτάβανης οροφής. Άναψε ένας δυνατός προβολέας από τα δεξιά, ύστερα ένας δεύτερος από τα αριστερά. Τα ξέφρενα κλικ-κλακ από τη φωτογραφική μηχανή του Τάκη καλύφθηκαν από ουρλιαχτά πόνου, την ώρα που το μαστίγιο όργωνε το λεπτό κορμί του. Αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει, σκέφτηκε ο Μάνος. Στα δεξιά μια κινηματογραφική κάμερα στημένη σε ένα ασημένιο τρίποδο, δούλευε ακάματα. Είχε τρεις ώρες καιρό να γράφει. Σε ένα πρόχειρα στημένο πάγκο, δίπλα στην κάμερα, ήταν τα υπόλοιπα εργαλεία της δουλειάς, μαχαίρια, τανάλιες κι άλλα περίεργα…
Το κατακρεουργημένο κορμί βρέθηκε τυχαία μετά από αρκετές μέρες σε ένα χαντάκι.
«Μακάβρια ανακάλυψη τα ξημερώματα στην περιοχή της Σίνδου στη Θεσσαλονίκη, όταν διερχόμενος οδηγός εντόπισε ανδρικό πτώμα σε παράδρομο της Εγνατίας Οδού. Άμεσα ειδοποιήθηκε η Αστυνομία ενώ στο σημείο έσπευσε ιατροδικαστής. Από τις αστυνομικές αρχές ερευνώνται όλα τα ενδεχόμενα», σημείωνε το δελτίο Τύπου.
Λόγω της προχωρημένης αποσύνθεσης, ο ιατροδικαστής δεν μπόρεσε να καταλήξει αν ο θάνατος του αγοριού προήλθε από καρδιακή ανακοπή ή από την ακατάσχετη αιμορραγία. Το θύμα δεν μπόρεσε να ταυτοποιηθεί και η υπόθεση μπήκε στο αρχείο. 
Όσοι Ολλανδοί είδαν τις φωτογραφίες και πολύ περισσότερο εκείνοι που είδαν την ταινία, αισθάνθηκαν ότι ο ρεαλισμός της σκηνοθεσίας αιτιολογούσε απόλυτα την αλμυρή τιμή που είχαν πληρώσει για να ικανοποιήσουν τα σαδομαζοχιστικά τους γούστα… Όλοι, άλλωστε, ηξεραν ότι οι ταινίες Snuff, δεν ήταν παρά ένας αστικός μύθος…
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s